Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

"ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ - ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΑΣΙΜΟΥ" του Θοδωρή Ακάλεστου

 Μία στήλη ξεκινά σήμερα από το blog του
www.lavitaradio.gr με τίτλο «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ». 

Σε αυτή τη στήλη θα σας γράφω ιστορίες από το παρελθόν κυρίως,
πολλές από τις οποίες έχω ζήσει και εγώ ο ίδιος.

Καλή αρχή λοιπόν…….

Διάλεξα να ξεκινήσω αυτή τη στήλη με μία ιστορία για έναν
παρεξηγημένο, αλλά πολύ ιδιαίτερο καλλιτέχνη γιατί τον είχα
γνωρίσει. Τον Νικόλα Ασιμο.
«Νικόλας Άσιμος και ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το
Άσιμος με γιώτα»
όπως έλεγε ο ίδιος.



Ο Νικόλας είχε καταβληθεί πάρα πολύ από την περιπέτειά του,
που κατηγορήθηκε για βιασμό και μπήκε φυλακή. Βγήκε από
τη φυλακή άλλος άνθρωπος. Δεν ήταν ο Νικόλας που
γνωρίζαμε, πριν μπει σε αυτή. Σαν να είχε τρελαθεί, σαν να τον
βασάνιζε κάτι, σαν να έβλεπε πλέον φαντάσματα και οράματα.
Έκανε δύο απόπειρες αυτοκτονίας ανεπιτυχείς.
Δεν πλησιαζόταν πλέον εύκολα, φαινόταν σαν να μην είχε
επαφή με το περιβάλλον, έβλεπε οράματα, φαντάσματα,
κοιτούσε ψηλά και ακόμα και αυτούς που μας γνώριζε, μας
απέφευγε. Άλλοι μας έλεγαν τότε ότι σε αυτούς φερόταν
φυσιολογικά. Ο καθένας που μπορούσε να τον πλησιάσει
έλεγε κάτι διαφορετικό.
Τις τελευταίες 15 ημέρες της ζωής του, είχε φτιάξει ένα
ημερολόγιο δικής του κατασκευής, στο οποίο κατέγραφε τι
λέτε;
Έψαχνε να βρει ένα λόγο για να ζήσει και θα τον κατέγραφε
στο περίεργο αυτό ημερολόγιο. Ένα λόγο για να ζει να μην
πεθάνει. Σε όλες τις ημέρες αυτές είχε σημειώσει ένα μεγάλο
χι «Χ». Δεν είχε βρει ούτε έναν….
Εύκολα θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η αυτοκτονία του
ήταν προγραμματισμένη και έψαχνε να βρει κάτι που θα τον
απέτρεπε από αυτή. Όλα αυτά εμένα δεν μου έδειχναν έναν
άνθρωπο τρελό, αλλά έναν άνθρωπο απογοητευμένο από την
ίδια τη ζωή του, από τα ενδιαφέροντά του και γενικά από
όλους εμάς τους γύρω του. Στο μυαλό είχε μπει για τα καλά η
αυτοκτονία. Πρόσφατα με ρώτησε ένας φίλος και
συμπαραγωγός στον σταθμό μας: «Θοδωρή το είχε κάνει, είχε
βιάσει την κοπέλα; Ποια είναι η άποψή σου;»
Του απάντησα, ότι δεν μπορώ να πω. Δεν τον θεωρούσα ικανό
για κάτι τέτοιο, αλλά ποιος ξέρεις πάνω σε κάποια στιγμή
«τρέλας» του τι θα μπορούσε να είχε κάνει.
Το 1987 ο Άσιμος είχε κατηγορηθεί από νεαρή φοιτήτρια για
βιασμό. Ο ίδιος το αρνήθηκε. Φυλακίστηκε και τελικά
αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση χωρίς να καταφέρει
να ξεπεράσει το σοκ της καταγγελίας η οποία δεν αποδείχτηκε
ποτέ, αφού δεν πρόλαβε να γίνει δίκη. Δίκασε ο ίδιος τον
εαυτό του. Όχι για το γεγονός, αλλά για το τι συνέβαινε γύρω
του.
Είχε πάθει μία ασθένεια που λέγεται «εξωπυραμιδική
συνδρομή». Μία ασθένεια στην οποία ο ασθενής κινείται σαν
ρομπότ χωρίς να καταλαβαίνει τι γίνεται. Καθηλώθηκε
τελείως, δεν μπορούσε να «σπάσει» τα δάχτυλα να παίξει
κιθάρα. Είχε νοσηλευτεί στο ψυχιατρείο και είχε φτιάξει τη
δική του….κουστωδία. Είχε έναν τρελό να του παγαίνει τον
καφέ του, έναν να του δίνει τις παντόφλες του, έναν να του
φέρνει την κιθάρα του, έναν να του βάζει το φαϊ του, ένας του
έφερνε τον φραπέ του. Τον αγαπούσαν όλοι, είχε γίνει φίλος
με όλους στο Δαφνί..
Έγραψα και πριν ότι όλα τα είχε προγραμματίσει και αυτό λέει
πολλά: «Θάψτε με κάπου αν γίνεται ήσυχα ή καλύτερα κάψτε
με και σκορπίστε με» έγραψε σε ένα από τα 6 τελευταία
χειρόγραφα σημειώματα του στα οποία εξηγούσε, μεταξύ
άλλων τους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Είχε
πολλούς γνωστούς, αλλά λίγους φίλους. Ένας από αυτός ήταν
ο Νίκος Ζερβός. Ο Νικόλας όταν πήρε απόφαση να βάλει τέλος
στη ζωή του, τηλεφώνησε στον φίλο του και τον
προειδοποίησε ότι θα αυτοκτονήσει. Ο Ζερβός δεν τον
πίστεψε, παρά μόνο την επόμενη ημέρα όταν έγινε γνωστή η
είδηση.
Ο Νικόλας Άσιμος βρέθηκε κρεμασμένος σπίτι του στις 17
Μαρτίου 1988.



Η αστυνομία βρήκε στο σπίτι του οκτώ χειρόγραφα, αλλά μόνο
έξι από αυτά φαίνεται να τα έγραψε ο ίδιος. Σε ότι αφορά τα
άλλα δύο, το ένα ήταν γραμμένο από τη Λίτσα Περράκη και το
άλλο είναι αμφιβόλου πατρότητας, αφού ο γραφικός
χαρακτήρας διέφερε από αυτόν του Άσιμου.

Σε ένα από αυτά τα έξι χειρόγραφα, ανέφερε και τα εξής:
«Δε φοβάμαι να δώσω τη διεύθυνσή μου, την ξέρουν όλοι.
ΑΡΑΧΩΒΗΣ 41 ΕΞΑΡΧΕΙΑ. Τώρα είμαι υποχρεωμένος να
καταγγείλω κάτι προς όλους και για όλα. Έμαθα πως
συνεχίζονται οι διώξεις εναντίον μου. Πως βάλανε εισαγγελέα
για να με βάλουνε ξανά στο ψυχιατρείο και να μου κάνουν
ίσως και λοβοτομή. Είμαι υποχρεωμένος να με…σώσω,
καταγγέλω λοιπόν δημόσια.
Στις 6 Οκτωβρίου με πιάσανε έξω από το δρόμο του σπιτιού
μου να παίζω θέατρο του δρόμου. Με σύρανε με τη μία στο
αστυνομικό τμήμα, με δέσαμε με χειροπέδες, μουσπασαν τα
πλευρά μου με πήγαν στο Αιγινίτειο ψυχιατρείο, με είχανε
δεμένο. Εγώ τους έλεγα αλήθειες που δεν τις λένε τα βιβλία
και αυτοί με βγάλανε τρελό. Έκανα ακόμα και αυτούς που με
χτυπούσαν να γελάνε.
Αντί να τηρήσουν ένα λόγο ότι πια δεν θα μ’αγγίξουν, με
σύρανε δεμένο στο Δαφνί. Στο χειρότερο μπουντρούμι με
ξάπλωσαν, με ξαναχτύπησαν και μου κάνανε ενέσεις από
αυτές που σκοτώνουν βουβάλια, παρ’ όλο που πάλι μου
δώσανε το λόγο τους ότι δεν θα με αγγίξουν και με πάτησαν
στο χαλάκι και μου βάλανε χειροπέδες.
Ας έρθουν οι ψυχίατροι μια βόλτα μαζί μου και θα τους δείξω.
Γιατί εγώ δεν είμαι τρελός. Ξέρω να θεραπεύω τους πάντες και
τα πάντα, με ένα τραγούδι, μία καραμούζα, με ένα κουτί
σπίρτα και με αγάπη. Ευχαριστώ την Κατερίνα Γώγου που
παράτησε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ήρθε. Ιδίως τον
Διονύση Σαββόπουλο καθώς και τον φίλου ψυχίατρο Δημήτρη
Μαντούβαλο. Πήγα προχθές μονάχος στο αστυνομικό τμήμα,
ρώτησα αν άγγιξα κανέναν κατά λάθος, μου είπαν όλοι όχι.
Τους ζήτησα να μου δώσουν πίσω ένα μενταγιόν και μία
καρφίτσα ανεκτίμητης αξίας (ήταν χαρισμένα). Κάνανε ότι δεν
ξέρουνε και ούτε το σπασμένο χέρι μου δεν τόλμησαν να μου
σφίξουν. Ας μου τα δώσουν όλα πίσω και τους συγχωρώ
όλους. Αρκεί να σταματήσουν τις ψεύτικες διώξεις. Αλλιώς θα
εμφανιστώ μονάχος και θα σας παρακαλέσω να με εκτελέσετε
δημόσια σε μία πλατεία. Το προτιμάω, παρά το ψέμα, σταυρό
ή…κρεμάλα…»

Και καταλήγει: «Δεν έχω τίποτα να χάσω. Είμαι ελεύθερος. Ναι
αυτός είμαι. Είμαι τα πάντα και τίποτα δεν είμαι».

ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ

.Ο Νικόλας Άσιμος, έζησε όπως ήθελε. Προκάλεσε,
προβλημάτισε και άφησε πίσω το σπουδαία και μεγάλη
παρακαταθήκη με τα έργα του για να τον θυμόμαστε.
Να μην τον ξεχάσουμε ποτέ.



ΥΓ. Το τραγούδι «Μπαγάσας» το έγραψε για το νεκρό σκυλί
του….

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΚΑΛΕΣΤΟΣ

"ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ" της Μαρίας Λουκάκη


Λόγο στο λόγο και ξεχαστήκαμε

μας πήρε ο πόνος και νυχτωθήκαμε

σβήσε το δάκρυ με το μαντίλι σου

να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου

Μην τον ρωτάς τον ουρανό

το σύννεφο και το φεγγάρι

το βλέμμα σου το σκοτεινό

κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει

Ό,τι μας βρήκε κι ό,τι μας λύπησε

σαν το μαχαίρι κρυφά μας χτύπησε

σβήσε το δάκρυ με το μαντίλι σου

να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου

Μην τον ρωτάς τον ουρανό

το σύννεφο και το φεγγάρι

το βλέμμα σου το σκοτεινό

κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει


Πόσος χρόνος απαιτείται για να γραφτεί ένα μουσικό αριστούργημα; Αναφερόμαστε σ’ένα

τραγούδι που θα αποτελέσει το σήμα κατατεθέν μιας εγχώριας κινηματογραφικής ταινίας, θα

κάνει καριέρα στο εξωτερικό κατά τη δεκαετία του 1960 και πενήντα χρόνια μετά, θα επιστρέψει

στη δεκάδα των πιο επιτυχημένων τραγουδιών στις ΗΠΑ.



Το 1959 προβλήθηκε στους κινηματογράφους της Ελλάδας η ταινία "Το νησί των γενναίων" με

σκηνοθέτη τον Ντίμη Δαδήρα και πρωταγωνίστρια την αξέχαστη Τζένη Καρέζη. Η ταινία

γυρίστηκε στην Κρήτη και τα γυρίσματα γίνονταν κάθε Δευτέρα, καθώς η πρωταγωνίστρια

κατέβαινε αεροπορικώς στο νησί μία φορά την εβδομάδα λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων

στην Αθήνα. Είναι η εποχή που σύντροφός της είναι ο Ζάχος Χατζηφωτίου. Η ταινία αναφέρεται

στην αντίσταση των Κρητών στους Γερμανούς Ναζί αμέσως μετά την ιστορική μάχη της Κρήτης

και την κατάκτηση του νησιού. Η Τζένη Καρέζη παίζει τον ρόλο μιας τραγουδίστριας και μέλος της

Αντίστασης που βοηθά τον κεντρικό πρωταγωνιστή -Αλέκο Αλεξανδράκη- παραδίδοντάς του

μυστικά έγγραφα, τα οποία κλέβει από τον ερωτευμένο μαζί της γερμανό διοικητή (Λυκούργος

Καλλέργης), αλλά κατόπιν προδοσίας θα αποκαλυφθεί κα θα οδηγηθεί στο εκτελεστικό

απόσπασμα. Ο νεαρός αξιωματικός τιμωρεί τον προδότη (Αρτέμης Μάτσας) και διαφεύγει στο

Κάιρο. Ο ρόλος της ως τραγουδίστριας απαιτεί να πει ένα τραγούδι στην ταινία. Τους στίχους του

γράφουν ο Γιάννης Ιωαννίδης και ο Παναγιώτης Κοκοντίνης. Τίτλος: "Μην τον ρωτάς τον ουρανό".

Τη μουσική καλείται να γράψει ο Μάνος Χατζιδάκις. Σε τηλεφωνική επικοινωνία μια Κυριακή

συνεννοείται με την Καρέζη να της παραδώσει τη μουσική του τραγουδιού σε μια κασέτα την

επόμενη μέρα πριν φύγει για το αεροδρόμιο. Έτσι το πρωί της Δευτέρας ο Ζάχος Χατζηφωτίου

αναλαμβάνει να πάει την Τζένη στο αεροδρόμιο, αφού πρώτα περάσουν από τον Μάνο για να

πάρει την κασέτα. 

Η αφήγηση του τι ακολούθησε ανήκει στον σύντροφο της Καρέζη

καταγεγραμμένη στο βιβλίο του «Η Τζένη όπως τη γνώρισα».

 Διαβάζουμε:

«... Ξυπνήσαμε, λοιπόν, πρωί και στις οκτώ, φύγαμε από το σπίτι και πήγαμε στην Βασιλέως

Κωνσταντίνου, όπου έμενε τότε ο Χατζιδάκις. Ώσπου να παρκάρω στην γωνία, η Τζένη είχε

κατέβει και χτύπαγε το κουδούνι του Χατζιδάκι στην εξώπορτα της πολυκατοικίας. Όταν έφτασα

κι εγώ στην πόρτα, η Τζένη ήταν ήδη εκνευρισμένη και χτύπαγε για τρίτη φορά το κουδούνι, μετά

μανίας. “Να δεις που κοιμάται ακόμα και δεν ακούει και θα χάσω το αεροπλάνο”. Προσπάθησα

να την καθησυχάσω, λέγοντας: Ηρέμησε και μη σε πιάνει πανικός, έχουμε πολύ ώρα ακόμη”.

“Μα χρυσό μου…” ξεκίνησε να μου λέει -το «χρυσό μου» έμπαινε όταν άρχιζαν τα νεύρα της- και,

ω του θαύματος, ένας κύριος έβγαινε και άνοιξε η κάτω πόρτα. Αυτό ήταν ένα βήμα μπροστά στο

πρόβλημά μας. Μπήκαμε και ανεβήκαμε τρέχοντας στο δεύτερο πάτωμα, όπου έμενε ο Μάνος. Η

Τζένη ήξερε την πόρτα, έτρεξε και άρχισε αμέσως να χτυπάει το κουδούνι. Και το μεν κουδούνι

ακουγόταν στο διάδρομο που χτύπαγε δυνατά, από μέσα όμως, καμία κίνηση. Η Τζένη, άρχισε να

δείχνει σημεία παράκρουσης. «Δεν είναι δυνατόν…”, έλεγε, «χθες το βράδυ συνεννοηθήκαμε να

‘ναι έτοιμη η κασέτα”. Άναψε τσιγάρο κι άρχισε να ξεφυσάει, έξαλλη και με το δίκιο της. Τότε

έβγαλα τα κλειδιά μου κι άρχισα να χτυπώ δυνατά την πόρτα με ένα μεγάλο κλειδί και προφανώς

ο ήχος αυτός, ενήργησε ευεργετικά -για εμάς- στα αυτιά του Χατζιδάκι διότι σε λίγο ακούστηκε

ένας βήχας, μετά, το γνωστό σύρσιμο της παντόφλας κι ένα βραχνό “έχομαι” δεδομένου ότι το

γράμμα “ρο” για τον Χατζιδάκι, ήταν τελείως άγνωστο. Άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε ένας

Χατζιδάκις απότομα ξυπνημένος, με ένα τσιγάρο μόλις αναμμένο να κρέμεται στο στόμα, με τα

μάτια ακόμα μισόκλειστα αλλά με έκφραση έκπληξης, δηλαδή: Τι γυρεύετε πρωί πρωί και

χτυπάτε έτσι την πόρτα; Και ακολούθησε ο παρακάτω ιστορικός, τραγικός αλλά και παρανοϊκός

διάλογος


. Τζένη: Μάνο την κασέτα, Μάνο, θα χάσω το αεροπλάνο. 

Μάνος: Ποιά κασέτα χρυσό μου πρωί πρωί; 

Τζένη (έξαλλη): Την κασέτα με το τραγούδι, που θα πω στο γύρισμα στην Κρήτη

τώρα… και θα χάσω το αεροπλάνο. Η Τζένη από την αγωνία της, είχε μια ελαφρά ασυναρτησία

στα λεγόμενα της. 

Πάντως ο Μάνος, αντελήφθη. Και ήρεμος της λέει: «Πάμε μέσα να πιούμε

έναν καφέ και θα στην δώσω». Με το “θα στη δώσω” ο Μάνος εννοούσε… θα στη γράψω τώρα!!

Και η μεν Τζένη πήγε μέσα στο κουζινάκι, τρέμοντας και του έφτιαχνε καφέ, ο δε Μάνος, με το

τσιγάρο πάντα στο στόμα, έκατσε στο πιάνο και άρχισε να πηγαινοφέρνει τα δάκτυλα του στα

πλήκτρα. Μια λοιπόν έπαιζε μερικά μέτρα μουσικής στο πιάνο, μια έγραφε με ένα μολύβι πάνω

σε ένα τσαλακωμένο φύλλο χαρτί πενταγράμμου κάποιες νότες και μια διάβαζε τους στίχους που

του είχε δώσει από καιρό η Τζένη και τους είχε πάνω στο πιάνο. Κάποια στιγμή έφτασε και ο

καφές. Ήπιε δυό γουλιές καφέ, πάτησε μια νότα και λέει στην Τζένη: -Για τραγούδα αυτή τη νότα.

Η Τζένη έκανε, α, α, α,.. -Εντάξει, της λέει ο Μάνος. Μπορείς να το πεις. 

Και τότε, το έπαιξε όλο μαζί!!! 

Μέσα σε αυτά τα δέκα λεπτά, μόλις είχε ξυπνήσει, έγραψε αυτό το θείο τραγούδι που

λέει: Μην τον ρωτάς τον ουρανό, το σύννεφο και το φεγγάρι, το βλέμμα σου το φωτεινό, κάτι απ’

τη νύχτα έχει πάρει… λα,λα,λα… λαλα και λοιπά”.

 Τώρα, η Τζένη είχε μείνει άφωνη. Της είχε φύγει και ο εκνευρισμός κι άκουγε τη μουσική μαγεμένη.

 Ο Μάνος, πάτησε το μαγνητόφωνο που είχε πάνω στο πιάνο, ξανάπαιξε το κομμάτι όλο, με όλες του τις λεπτομέρειες και τα ακομπανιαμέντα και το ‘γραψε. 

Έβγαλε την κασέτα, την έδωσε στην Τζένη, τη φίλησε και της είπε: «Άντε στο καλό

και να το μάθεις μέσα στο αεροπλάνο». Η Τζένη πήρε την κασέτα, αλλά άρπαξε και το

μαγνητοφωνάκι, για να το παίζει μέσα στο αεροπλάνο. Τον φίλησε και του είπε χαμογελώντας:

“Πάρε άλλο, ώσπου να στο φέρω πίσω..” Και φύγαμε τρέχοντας για το αεροδρόμιο. Αυτός ήταν ο

Χατζιδάκις με το πληθωρικό ταλέντο»... 1


Το τραγούδι ηχογραφείται στο στούντιο με την φωνή της Μαίρης Λω, η ερμηνεία της Καρέζη

στην ταινία είναι απαράμιλλη. Το κομμάτι έκανε καριέρα στο εξωτερικό την δεκαετία του 1960,

με τον τίτλο «All Alone Am I», από την Μπρέντα Λι και πενήντα χρόνια μετά, η ερμηνεία της

Alison Krauss το τοποθετεί στη δεκάδα των πιο επιτυχημένων τραγουδιών στις ΗΠΑ.

Και για να απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα... Ναι, το τραγούδι γράφτηκε μέσα σε λίγα

λεπτά. Ήταν η Χατζιδάκειος «τεχνική» υπό πίεση χρόνου. Το ίδιο δεν συνέβη και με το

«Γαρύφαλλο στ’ αυτί»; Έγραψε τη μουσική μέσα σε ταξί, την ώρα που πήγαινε να το

παραδώσει... Υποκλινόμαστε!





1 Χατζηφωτίου,Ζ.,Η Τζένη όπως τη γνώρισα, Ωκεανίδα,Αθήνα,1999  

                                                                                                     

  ΜΑΡΙΑ ΛΟΥΚΑΚΗ

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ!

Μας γνωρίσατε και μας αγαπήσατε ,μέσα από τις μουσικές επιλογές μας. 
 Ωρες ατελείωτες ,επί 6 χρόνια ,εμείς οι Ραδιοφωνικοί Παραγωγοί του La Vita Radio,πίσω από τα μικρόφωνα του αγαπημένου σας Σταθμού ,μοιραστήκαμε χαρές και λύπες ,ζήσαμε μαζί ,ομορφαίνοντας την καθημερινότητά μας ,ελπίζουμε και την δική σας. 
 Αποφασίσαμε ,λοιπόν ,να μας γνωρίσετε και μέσα από τα γραπτά μας.. 
 Και φτιάξαμε αυτό το blog ...
"La Vita Radio - The BLOG"
Ευελπιστούμε να γίνει το αγαπημένο σας περιοδικό... 
 Με ποικίλη αρθρογραφία από μια πλειάδα Ραδιοφωνικών Παραγωγών του La Vita Radio! 
 Σας καλωσορίζουμε ,λοιπόν ,και αφού σας ζητήσουμε τα σχόλιά σας και τις παρατηρήσεις σας ,σας ευχόμαστε ΚΑΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ.....ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ!!!
 Υ.Γ. Φυσικά ,διαβάζοντας ,μπορείτε ,ταυτόχρονα ,να ακούτε και τον αγαπημένο σας σταθμό ,πατώντας το Play,στο πλαίσιο ,δεξιά της αρθρογραφίας. 
  Γιάννης Ταμπάκης