Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

"ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ, ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΙΔΑ ΕΓΩ" του Θοδωρή Ακάλεστου

 Μετά τον Νικόλα Άσιμο αποφάσισα να γράψω στις

«ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» για έναν άλλο άνθρωπο που γνώρισα

από κοντά και μάλιστα μίλησα μαζί του σε κάποιον άλλο

ριαδιοφωνικό σταθμό πριν πολλά χρόνια λίγο καιρό πριν φύγει

από το μάταιο τούτο κόσμο.

Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον πρίγκηπα της Ελληνικής

μουσικής σκηνής και του Ελληνικού ροκ.



Ήταν τότε που το χεράκι του, το αριστερό χεράκι του, δεν

υπάκουγε και αυτό τον είχε χτυπήσει στο μυαλό. Ήταν τότε που

είχε παραδοθεί, αλλά ένας κοινός φίλος που δυστυχώς έφυγε και

αυτός λίγο καιρό μετά τον έπεισε να μιλήσουμε θυμίζοντάς του,

ότι είχαμε γνωριστεί και μου είχε υποσχεθεί ότι κάποια στιγμή

θα μου μιλούσε έτσι φιλικά, δίνοντας συνέντευξη, αλλά

όχι…συνέντευξη, έτσι μία φιλική κουβέντα. Δέχτηκε, αλλά

ήταν φανερό ότι το πλήγμα που είχε υποστεί από την απώλεια

της μητέρας του και τον είχε οδηγήσει πάλι βαθιά μέσα στο

πάθος του, ήταν κάτα παραπάνω από οδυνηρό.

Έχουν γραφτεί χιλιάδες αφιερώματα, χιλιάδες ή εκκατομύρια

λέξεις για τον Παύλο, τον αιώνιο έφηβο με το αγγελικό

πρόσωπο. Εγώ δεν θα κάνω ένα ακόμα. Επειδή τον γνώρισα θα

γράψω έτσι μερικές σκέψεις μου, νομίζω ότι είναι πιο

ενδιαφέρουσες.



«Το ανατολίτικο ροκ, είναι το ζεϊμπέκικο» είχε πει και έτσι

ήταν, αφού το είχε εξηγήσει γιατί το έλεγε αυτό. Μπορείτε

άλλωστε να βρείτε συνέντευξη που αναφέρεται σε αυτό.

Ο Παύλος αγάπησε πολύ, λάτρευε θα έλεγα τον Τσιτσάνη, τον

Βαμβακάρη, δηλαδή όλους τους αυθεντικούς. Γιατί ήταν και

αυτός αυθεντικός. Ήταν άνθρωπος ευαίσθητος, έξυπνος,

δημιουργικός. Τον είπαν πριγκιπα. Ήταν όμως ένας πρίγκιππας

που δεν ήθελε ηπηκόους, δούλους, βαστάζους αλλά ούτε

σφουγγοκολάριους και ταμπέλες.

Καταγόταν από μία αστική οικογένεια, ενώ ο πατέρας του ήταν

από μεγαλοαστική οικογένεια ήταν καπνέμπορος και ο παπούς

του είχε εργοστάσιο. Το χρήμα δεν αναφερόταν ως αξία στο

σπίτι του ποτέ. Η γνώση σαν αξία ήταν τεράστια. Ο πατέρας του

είχε χόμπι να λύνει ασκήσεις μαθηματικών. Του άρεσαν δύο

πράγματα. Να γράφει κείμενα και στίχους, αλλά και η μουσική.

Στην αρχή έγραφε κρυφά και μόνο στη μαμά του έδινε κάποια

πράγματα για να τα διαβάσει. Έγραφε με το ψευδόνυμο Παύλος

Αστέρης.



Από μικρός άκουγε ροκ. Ο Παύλος δεν έκανε προσπάθεια να

γίνει σταρ, ήταν άνθρωπος του λόγου, έγραφε πολύ καλά. Ήταν

υπαρξιακή η σχέση του με τη μουσική και αυτό τον έσωσε για

ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, όχι όμως μέχρι τέλους.

Ήταν Μάϊος 1979 όταν βγήκε «Ο Μπάμπης ο Φλου» που

έμελλε να γίνει σταθμός στην ιστορία της μουσικής. Έχουν

ειπωθεί πολλές ιστορίες για το ποιος ήταν ο Μπάμπης ο Φλου.

Θα σας πω λοιπόν εγώ κάτι σήμερα που δεν το έχω πει ξανά και

το ξέρουν μόνο οι πολλοί κοντινοί άνθρωποι του.

Κανείς δεν ξέρει ποιος ήταν ο μπαμπης ο φλου και ας λένε ότι

θέλουν. Ήταν μέσα στο μυαλό του Παύλου. Μπορεί να ήταν

αληθινός μπορεί και όχι. Μπορεί να ήταν ένας φίλος του, μπορεί

και όχι. Μπορεί να ήταν ένας περιθωριακός της εποχής, ίσως

και όχι. Κανείς δεν ξέρει, αλήθεια ότι και να λένε. Ο Παύλος το

πήρε μαζί του και ας επικαλούνται μαρτυρίες του ίδιου και να

λένε ότι θέλουν. Τον είχα ρωτήσει τότε που τον είχα δει.

Προσπάθησε με το δεξί χέρι να τακτοποιήσει το αριστερό

βγάζοντας πόνο και ίσως μελαγχολία και δεν απάντησε ποτέ.

«Άστο αυτό. Κάποια άλλη στιγμή, δεν το έχω πει σε κανένα,

μην ακούς τι λένε» είπε και αλλάξαμε κουβέντα. Μπορεί να

ήταν αλήθεια, μπορεί να ήθελε να με αποφύγει σ’αυτό το θέμα

και να το είπε γι’ αυτό το λόγο.

Ηταν προσωπικότητα που άφησε ίχνη πίσω του ο Παύλος, έχει

επηρεάσει και τη στιχουργική και τη μουσική. Ηταν ο πρώτος

που χαρακτήρισε τον ελληνικό στίχο, άλλαξε τον συλλαβισμό

του, και ήταν αυτοδίδακτος σε όλα. Μπορούσε να κάνει αυτό

που έβλεπε γύρω του έργο να το τραγουδάει χωρίς να μπαίνει σε

κλισέ, ήταν μία επανάσταση μόνος του γιατί το έψαχνε. Λίγοι

τον καταλάβαιναν. Κάποιοι που τον μιμήθηκαν τον είχαν στην

απέξω γιατί ήταν ανατρεπτικος επειδή ήταν αληθινός και τα είχε

ανακατέψει όλα.

«Ο Δάμων και ο Φιντίας» ήταν το πρώτο ντουέτο που έφτιαξε.

Κάποια στιγμή πήγε στο περίφημο τότε «Κύταρο» και τους

άκουσε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τους ενέκρινε αμέσως, μετά

πήγε στα μπουρμπούλια, μετά στη ζωή του ήρθε το άλλο γκρουπ

«Η Σπυριδούλα».

Ηταν ένας αιώνια απορημένος έφηβος. Απορούσε για τα πάντα

ειδικά για τα κακώς κείμενα, τον οδηγούσε το μαθηματικό

μυαλό του, αλλά είχε ταυτόχρονα συναισθηματικό μυαλό. Αυτά

που έγραφε τα έγραφε εύκολα. Απενοχωποίησε την

επαναχρησιμοποίηση των νοημάτων που είχαν ήδη γεράσει.

Αυτό λίγοι το καταλαβαίνουν. Χρειάζεται σκέψη και αυτή ήταν

που βασάνιζε τον Παύλο. Αυτό το μυστήριο αλλά γεμάτο από

δημιουργία μυαλό του.



Και κάποια στιγμή ήρθαν στη ζωή του «Οι Απροσάρμοστοι»

Το όνομα του γκρουπ το έβγαλε η μητέρα του. Όταν έψαχναν

πως θα ονομαστούν του είπε οι μητέρα του: «Απροσάρμοστα να

το βγάλεις»

Τι εννοείς την ρώτησε εκείνος. «Καλέ δεν τα βλέπεις τα παιδιά,

απροσάρμοστα είναι και έτσι βαφτίστηκε το γκρουπ.

Όταν εχασε τη μάνα του είχε πάθει ισχυρό σοκ, από τον δεσμό

που είχαν. Αυτό τελικά δεν το άντεξε και τον οδήγησε πάλι

στους δαίμονες του και την πρέζα που στο τέλος τον

κατέστρεψε.

Ο Παύλος και τα γκρουπ που έφτιαξε ήταν ξένα στην πιάτσα.

Δεν υπήρχε κάπου να σταθούν ήταν μόνοι τους, όπως ήταν

άλλωστε πάντα ο ίδιος. Το σύστημα δεν τον αποδέχτηκε ποτέ.

Στο περιβόητο κλαμπ Ρόδον δεν τον φώναξαν ποτέ να παίξει.

Υπήρχε το θεμα με τα ναρκωτικά, έλεγαν, λες και οι άλλοι που

έπαιζαν δεν έπαιρναν. Οι άλλοι ήταν άγιοι και αυτός

ο…διάβολος. Όταν πέθανε το Ρόδο φώναξε τους

Απροσάρμοστους να παίξουν, μετά βαϊων και κλάδων. Βλέπετε

τότε το όνομά του πουλούσε ήταν πρόσφατος ο χαμός του.

Ήθελε να γίνει ηθοποιός όταν ξεκινούσε. Έκανε πολλά

πράγματα. δούλεψε με τον Μαρκόπουλο, τότε που το ροκ επί

χούντας είχε σταματήσει στην Ελλάδα ή νόμιζαν ότι το είχαν

σταματήσει οι συνταγματάρχεις. Είχε προσπαθήσει να δουλέψει

στο εργοστάσιο φωτογραφικού χαρτιού του πατέρα του, αλλά

έφυγε τρέχοντας. Η καλλιτεχνική φύση του τον καλούσε σε

άλλα μονοπάτια. Τότε τον σύστησαν στον Γιάννη Μαρκόπουλο.

Ο μεγάλος αυτός συνθέτης του είπε: «Πες γρήγορα

αχαλαμπούχουλου μπουχουλου μπουχουλου μπα». Αυτός το

είπε και ο Μαρκόπουλος τον ενέκρινε.. Αυτή η συνεργασία του

πρόσφερε, πολλά. Μέχρι και συναυλία έκανε στο Ηρώδειο και

τραγούδησε δίπλα του.



Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν ειλικρινής, ανθρώπινος και δεν

κοιτούσε το δικό του συμφέρον .

Είχε μεγάλη αμεσότητα με τον κόσμο στις συναυλίες σαν και

κάθε συναυλία ήταν ξεχωριστή, ήταν κάτι καινούργιο κάθε

φορά. Ποτέ δεν έλεγες, όταν τον άκουγες σε συναυλία: «Α αυτό

το είπε έτσι και στις προηγούμενες συναυλίες τους. Αυτό που

είναι σπάνιο να το βρεις στους περισσότεροους ανθρώπους είναι

ότι νοιαζόταν για όλους, είναι πως αισθανόταν για τους

αδύναμους, γι’αυτούς που πεινούσαν που δεν είχαν  να

κοιμηθούν. τους άστεγους. Ήταν από τους πρώτους ή μάλλον ο

πρώτος που στηλίτευσε τον ρατσισμό με το τραγούδι του «Ο

Άλι».

Ήταν αντίθετος σε μορφής διάκριση, αντίθετος με αυτούς που

χτυπούσαν τους ομιφυλόφιλους με κάθε μορφή βίας, αντίθετος

με τους ρατσιστές των άλλων φυλλών και ανθρώπων. Άλλωστε

είχε πει: «Θα έλεγα και αν δεν είμαστε Έλληνες, αλλά σαν

Έλληνες έχουμε ανατολική κουλτούρα με τα προϊόντα και τα

υποπροϊόντα τα πολιτιστικά».

Πολλοί ανακάλυψαν τον Παύλο όταν έφυγε. Ήταν αυθεντικός

και αυτό του έδινε ελευθερία, δεν είχε δεσμεύσεις. Δεν

προσπάθησε ποτέ να γίνει είδωλο και γι’αυτό δεν δεσμεύτηκε

με την εικόνα του και τις φιλοδοξίες του. Το μόνο που τον

απασχολούσε ήταν η τέχνη του. Ο Παύλος κέρδισε τον κόσμο

με την καθαρότητά του, ακόμα και αυτούς που δεν τον έζησαν

αλλά κατάλαβαν τι ήταν. Αυτό δεν το επιδίωξε ο ίδιος, ήταν

κάτι που έγινε από μόνο του, αφού έβγαζε μία ευαισθησία πολύ

ιδιαίτερη και αυτό το κατάλαβαν όλοι. Ίσως ήταν και αυτό που

τον οδήγησε στο τέλος της ζωής του.

«Τι να σου πω, τι να σου πω αφού σου τάπαν άλλοι».

Οι στίχοι του και τα κείμενά του ήταν και είναι διαχρονικά. Οι

στίχοι του ενόχλησαν πολύ το σύστημα και παραμένουν πάντα

επίκαιροι. Αυτό το είδαμε ότι όταν ζούσε ενοχλούσε, ενώ όταν

πέθανε ασχολούνταν όλοι μαζί του.

Έχει γράψει σε στίχο που είναι ανέκδοτος: «Ανοιχτή πληγή

στάξε της λίγο δάκρυ και αυτή αδειάζει το αίμα, των πεθαμένων

βάρυνε η φωνή και πως να τη σηκώσεις».

Κυκλοφόρησε ένα βιβλίο μάλλον από την αδελφή του με τίτλο

«Εχω μια θλίψη από τα μακρινά αριστουργήματα» με ποιήματα

από τις εκδόσεις Opportuna

Ηταν πνευματικος ανθρωπος. Οι γυναικες είχαν 50% κομμάτι

στη ζωη του. Δεν ήταν εμμονικός αλλά όταν έμπλεκε με

γυναίκα ήταν εκεί.  Δεν έκανε στραβοτιμονιές και συχνά

έκλαιγε για τους δεσμούς του. 

Αλήθεια πόσοι και πόσοι νέοι δεν ειναι φανατικοί με τον Παύλο

και σήμερα. Αυτό είναι ειναι απίστευτο. Θα τολμήσω να πω ότι

στο χώρο της μουσικής όποιος παιζει μουσική είναι εξ αιτιας

του Παύλου όλοι σχεδόν έχουν επηρεαστεί. Ήταν ευγενής,

ευγενική προσωπικοτητα. Σημειωτέον δεν ήταν γυναικάς, τις

σχέσεις του τις τιμούσε. Όμως η πρώτη και τελευαία σκέψη του

ήταν η μουσική, κατασκεύασε κάτι πολύ ισχυρό και με πολύ

γερές βάσεις ίσως και γι'αυτό το σύστημα προσπάθησε να τον

κρατήσει χαμαλά, αλλά στο τέλος της ημέρας δεν τα κατάφερε.

Ηταν τύπος sui generis σε όλους τους τρόπους της έκφρασής

του.

Ο Παύλος βοηθούσε πολύ κόσμο έκανε αγαθοεργίες και άφησε

μία δική του σχολή. Όλοι όσοι ξεκινούσαν τη μουσική πάντα

μέσα στα τραγούδια τους είχαν ένα τραγούδι του.

Ήταν πολύ όμορφος ερμήνευε με πάθος έγινε μύθος και πολλοί

που μιλούν γι'αυτόν δεν το ξέρουν καθόλου. Δεν έχω ακούσει

κακή κουβέντα για τον παύλο. Οι σχίχοι του μιλούν στην ψυχή

του καθενός μας. 

Οταν έφυγε ξεδιπλώθηκε όλη η αλήθεια γι’ αυτόν. Δεν έγραψε

κάτι γιατί του το ζήτησαν, Λίγο πριν φύγει το χέρι του είχε

μείνει παράλυτο και το έσωσαν οι γιατροι με μεγάλη

προσπάθεια. Ποτέ δεν πίστεψε ότι θα χάσει το χέρι του, αλλά

έφτασε κοντά να το πάθει. Του έκαναν θεραπείες και το χέρι δεν

ανταποκρινόταν και εκεί καταλαβε ότι θα μείνει παράλυτο.

Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα γι’αυτόν.

Μετά το θάνατο της μαμάς του έπεσε με τα μούτρα στα

ναρκωτικά και αυτό μάλλον οδήγησε στην παράλυση του

αριστερού χεριού του. Ήταν μια σφυριά στο κεφάλι και έτσι

μετά από 7 μήνες έφυγε μία Πέμπτη στις 6 Δεκέμβρη του 1990.

Στην ουσία τον είχε στείλει η αδιαφορία των άλλων γιατί τον

έκριναν για την ιδιαιτερότητα του, τον έκριναν βάση του

πάθους του.



Με ρωτούν τι κράτησες από τον Παύλο. Είχε μία φυσική άμυνα

μία λογική μία αλήθεια που αξίζει άσχετα με το τίμημα που είχε.

Λένε ότι αν φρόντιζε τον εαυτό του θα ειχε ζήσει.Ήταν ένας

ρομαντικός σε ένα δύσκολο κόσμο. Στην κηδεία του ήταν

απίστευτα πολύς κόσμος και το σημαντικό ήταν ότι όλοι ήταν

συντετριμένοι .

Να κρατήσουμε τη γνησιότητα του, το ταλέντο του, το ροκ και

κυρίως το δώσιμο του στον άνθρωπο. 

Ο Δημήτρης Πουλικάκος που ήταν καλός φίλος του είχε πει:

«Έδωσε απλόχερα την ίδια του τη ζωή, για τη ζωή».

Ο Παύλος γούσταρε να κλείνει τα προγραμματά του με το: «Εν

καταλκείδι».

Πολλοί τον γνώρισαν, λίγοι όμως περπάτησαν μαζί του στις

σημαντικές διαδρομές της ζωής του. 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΚΑΛΕΣΤΟΣ…

Σάββατο 4-6 μ.μ.    και  Τρίτη  9-11 μ.μ.  στο www.lavitaradio.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου