Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

"Support art workers every day" του Γιώργου Πάχου

Διαρκώς περνάει από το μάτι μου η ατάκα «support art workers» καθώς τριγυρνάει στους χώρους του διαδικτύου καθημερινά. Δεν θα σταθώ στο αν συμφωνώ ή όχι – προφανώς και συμφωνώ όπως και συμφωνώ με το support των workers που πλήττονται την περίοδο της πανδημίας ειδικότερα αλλά και γενικότερα την οποιαδήποτε στιγμή.

Οι εργαζόμενοι των τεχνών μόνο τώρα πλήττονται δηλαδή;  

Πόσοι άνεργοι ηθοποιοί υπάρχουν στις «φυσιολογικές» μη πανδημικές συνθήκες; Πόσοι μουσικοί; Πόσοι φωτιστές, ηχολήπτες, φωτογράφοι και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο.

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί πόσο αμείβεται ένας ηθοποιός – που δεν είναι αναγνωρίσιμος -μετά από μια παράσταση; Ή ένας τραγουδιστής/μουσικός που παίζει στο μπαράκι για να πιείτε εσείς το ποτό σας;

Κι αν ναι τι συμφωνία έχει ο εργαζόμενος στην/της τέχνη/ς  με το αφεντικό του χώρου που τον φιλοξενεί ή με τον εργοδότη του;

Έχετε ψάξει ποτέ πόσες συμφωνημένες δουλειές – με τις οποίες έχουν υπολογιστεί ότι θα καλυφθούν πάγια έξοδα του μήνα- τινάζονται στον αέρα την τελευταία στιγμή γιατί έτυχε να βρέχει και δεν ήρθε κόσμος;

Εκείνο το «ψαλίδι» το ξέρετε; Όχι αυτό που κόβεις το χαρτί, αλλά το μεροκάματο γιατί έτυχε πάλι να μην υπάρχει πληρότητα στον χώρο;


Σταματάω εδώ. Δεν θα συνεχίσω παρότι έχω κι άλλα.

Γι αυτό Support Art Workers κάθε μέρα και γενικά.   

Γιώργος Πάχος

Κάθε Πέμπτη ,τα μεσάνυχτα στο www.lavitaradio.gr

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Ο δέκατος έκτος γύρος - Ο Μπομπ Ντίλαν και ο «Τυφώνας» της Ελενας Βογιατζή

Ο φυλακισμένος με τον αριθμό 45472 ήταν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο

“φάκελό” του, ένα “εχθρικό και επιθετικό άτομο”, που μπορούσε να γίνει,

όπως υποστήριζε ο ψυχολόγος της φυλακής στο Τρέντον, «χειριστικός και

βίαιος στην προσπάθειά να ικανοποιήσει το “εγώ” του».

Το 1967, πριν ακόμα ο τραγουδιστής και βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας,

Μπομπ Ντίλαν, γράψει μαζί με τον συνεργάτη του Ζακ Λέβι ένα από τα πιο γνωστά

τραγούδια διαμαρτυρίας, το «Hurricane», ο πυγμάχος Ρούμπιν Κάρτερ,

οδηγήθηκε στις φυλακές του Τρέντον Στέιτ, καθώς, κρίθηκε ένοχος για ένα

έγκλημα, που ίσως ποτέ δεν διέπραξε.

Είχε καταδικαστεί μαζί μ’ έναν φίλο του, τον Τζον Άρτις, για τον πυροβολισμό και το

θάνατο τριών ανθρώπων σε μπαρ στο Νιου Τζέρσεϊ, το βράδυ της 17 ης Ιουνίου 1966.

Μέχρι τότε, ο «φυλακισμένος με τον αριθμό 45472» Ρούμπιν Κάρτερ, ήταν ένας

ανερχόμενος και πολλά υποσχόμενος πυγμάχος, που «σάρωνε» στο πέρασμά

του κάθε αντίπαλο, φτάνοντας να διεκδικεί ακόμη και τον τίτλο του πρωταθλητή

στην κατηγορία των μεσαίων βαρών.




Εξ ου και το προσωνύμιο «The Hurricane» (Ο Τυφώνας) που τού απέδωσαν οι

φίλοι της πυγμαχίας τον Σεπτέμβριο του 1961, όταν κατάφερε να βγάλει νοκ άουτ τον

Φλορεντίνο Φερνάντεζ, μόλις 69 δευτερόλεπτα μετά την έναρξη του αγώνα στο

Μάντισον Σκουέρ Γκάρντεν, στη Νέα Υόρκη.

«Η θέα και μόνο του αντιπάλου του μέσα στο ρινγκ, ήταν αρκετή για να του

δημιουργήσει μια “ζωώδη” συμπεριφορά», είχε πει κάποτε ο Φρεντ Χόγκαν.

Συνεργάτης του Κάρτερ, κι ένας από τους ανθρώπους που «κίνησε τα νήματα» για

την αναψηλάφηση της δίκης του πυγμάχου, στα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Γεννημένος στις 6 Μαΐου 1937 στο Νιου Τζέρσεϊ, ο Ρούμπιν ήταν το τέταρτο από τα

επτά παιδιά της οικογένειας Κάρτερ, η οποία ζούσε με τα λιγοστά χρήματα που

έβγαζε ο πατέρας την περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, ως «κυνηγός»

ρακούν και σκίουρων.

Στην παιδική ηλικία, έγινε αυτόπτης μάρτυρας ενός περιστατικού που, πιθανόν,

αργότερα έπαιξε το ρόλο του στη διαμόρφωση του «σκληρού» και ατίθασου

χαρακτήρα του.  

Ήταν τότε που, στον δρόμο της επιστροφής από το δάσος του Νιου Τζέρσεϊ, είχε δει

τον θείο του να απειλεί με καραμπίνα έναν οδηγό φορτηγού, όταν αυτός επιχείρησε

να βγάλει εκτός δρόμου το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν και οδηγούσε ο πατέρας

του.

Αν και ο διαπληκτισμός μεταξύ των δύο ανδρών έληξε χωρίς να υπάρξει συνέχεια (ο

οδηγός στη θέα του όπλου μπήκε ξανά στο φορτηγό του κι έφυγε) η πράξη του θείου,

πιθανόν «αποτυπώθηκε» στο μυαλό του μικρού Ρούμπιν, ως ο μοναδικός τρόπος

για να προστατευτεί κάποιος από οποιονδήποτε κίνδυνο.


Τα δυο περιστατικά που ακολούθησαν ήταν, άλλωστε, χαρακτηριστικά του τρόπου με

τον οποίο διαχειριζόταν τα «προβλήματά» του.  

Στο πρώτο, είχε χτυπήσει έναν ιεροκήρυκα που είπε στον πατέρα του ότι τον είδε να

κλέβει ρούχα και στο δεύτερο, και πολύ πιο σοβαρό, η πράξη του είχε ως συνέπεια

τον εγκλεισμό του σε αναμορφωτήριο -είχε τραυματίσει σοβαρά με μαχαίρι έναν

άνδρα, για τον οποίο ισχυρίστηκε ότι ήταν παιδόφιλος που προσπάθησε να τον

κακοποιήσει σεξουαλικά.

Μπαίνοντας στο αναμορφωτήριο, ο Κάρτερ, μάλωνε κι «έπαιζε ξύλο» με όποιον

θεωρούσε ότι έθετε σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητά του.

Ώσπου, το 1954, απέδρασε, για να ενταχθεί στην συνέχεια στον αμερικανικό στρατό

και να μετατεθεί στη Δυτική Γερμανία.

Εκεί, άρχισε να ασχολείται με την πυγμαχία.

Μετά από δύο χρόνια παραμονής στον στρατό, ο «Τυφώνας» επέστρεψε στην

Αμερική και μαζί μ’ αυτόν επέστρεψαν και οι παλιές «κακές» συνήθειες του.

Οι καυγάδες και η συμμετοχή του σε ληστείες, είχαν ως αποτέλεσμα να

«μπαινοβγαίνει» συχνά στις φυλακές, μέχρι που, σε ηλικία 24 ετών, αποφάσισε να

ρίξει όλο το βάρος στην πυγμαχία, για να μείνει μακριά απ’ τους «μπελάδες».

Το νοκ αουτ στα 69 δευτερόλεπτα στον αγώνα του 1961 με τον Φερνάντεζ, ήταν

μόνο η αρχή.

Δύο χρόνια μετά, στις 20 Δεκεμβρίου 1963, ο «Τυφώνας» σάρωσε από τον πρώτο

κιόλας γύρο, με νοκ άουτ, έναν από τους σπουδαιότερους πυγμάχους της εποχής,

τον Εμίλ Γκρίφιθ, και τον Δεκέμβριο του 1964, έφτασε να διεκδικεί τον τίτλο του

πρωταθλητή, απέναντι στον Τζόι Τζιαρντέλο.

Ο αγώνας πραγματοποιήθηκε στην «σκιά» των μεγάλων εντάσεων και ταραχών στις

Η.Π.Α, λόγω των φυλετικών διακρίσεων.

Αρχικά, κυλούσε υπέρ του Κάρτερ, αλλά, από τον 5ο γύρο και μετά, ο πρωταθλητής

Τζιαρντέλο ισορρόπησε την αναμέτρηση και ο αγώνας έφτασε μέχρι τον 15 ο γύρο.

Τότε, τον λόγο πήραν οι κριτές, οι οποίοι ανακήρυξαν ομόφωνα νικητή τον (λευκό

Αμερικανό) Τζόι Τζιαρντέλο. Η απόφαση επηρέασε αρνητικά την ψυχολογία του

Κάρτερ, ο οποίος πίστευε πως είχε αδικηθεί λόγω του χρώματός του.

Τα χειρότερα, όμως, δεν είχαν έρθει, ακόμη...

Ήρθαν το καλοκαίρι του 1966 στην περιοχή Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϊ, όταν λίγο

μετά τα μεσάνυχτα της 17 ης Ιουνίου, δύο άνδρες εισέβαλαν οπλισμένοι στο μπαρ

«Lafayette», με σκοπό τη ληστεία.

Ο μπάρμαν αντέδρασε, οι δράστες άνοιξαν πυρ εναντίον των θαμώνων, και

σκότωσαν εν ψυχρώ δύο άτομα τραυματίζοντας άλλα δύο: μία γυναίκα, η οποία

υπέκυψε στα τραύματά της έναν μήνα μετά το τραγικό συμβάν, κι έναν άνδρα, που

επέζησε, παρά τη σφαίρα που δέχτηκε στο κεφάλι.


Και οι τέσσερις άνθρωποι, ήταν λευκοί.

Σύμφωνα με τους αυτόπτες μάρτυρες, οι δύο άνδρες ήταν αφροαμερικανοί οι οποίοι

διέφυγαν από το σημείο μ’ ένα λευκό αυτοκίνητο.

Όταν η αστυνομία άρχισε να το αναζητά, εντόπισε ένα όχημα με το συγκεκριμένο

χαρακτηριστικό και το σταμάτησε για έλεγχο των επιβατών του.

Μέσα στο αυτοκίνητο ήταν τρεις (μαύροι) άνδρες: ο Ρούμπιν Κάρτερ, ο Τζον Άρτις κι

ένας φίλος τους.

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, οι αστυνομικοί αναγνώρισαν το πρόσωπο του

«Τυφώνα», κι αυτός, όταν τού είπαν πως αναζητούσαν δύο αφροαμερικανούς ως

δράστες ενός «μακελειού» σε μπαρ της περιοχής, αντιδραστικός καθώς ήταν,

απάντησε λέγοντας.

«Και ψάχνετε δύο οποιουσδήποτε μαύρους για να τους ελέγξετε;».

Οι αστυνομικοί δεν αντέδρασαν και τους άφησαν να φύγουν. Μετά από μισή ώρα,

όμως, τους εντόπισαν ξανά και τους σταμάτησαν με σκοπό, αυτή τη φορά, να κάνουν

έλεγχο στο αυτοκίνητο.

Βρήκαν ένα πιστόλι και μία καραμπίνα.  

Οι Κάρτερ και Άρτις συνελήφθησαν (ο τρίτος επιβάτης είχε πάει ήδη σπίτι του) και

στην συνέχεια οδηγήθηκαν στο νοσοκομείο προκειμένου να γίνει η αναγνώριση, από

τον ένα, εκ των δυο, τραυματιών της επίθεσης,

Ο τραυματίας όμως, δεν είδε στα πρόσωπα των δύο ανδρών τους δράστες και

αφέθηκαν ελεύθεροι.

Τέσσερις μήνες μετά από εκείνο το βράδυ, κι ενώ ο δήμαρχος του Πάτερσον, Φρανκ

Γκρέιβς, «έταξε» αμοιβή 10.000 δολαρίων σε όποιον έδινε πληροφορίες για τους

δράστες της επίθεσης, εμφανίστηκαν δύο μάρτυρες. Ο «μικροαπατεώνας» Άλφρεντ

Μπέλο και ο Άρθουρ Ντέξτερ Μπράντλεϊ.

Η μαρτυρία του Μπέλο, ότι είδε τον «Τυφώνα» μαζί με έναν ακόμη άνδρα να

οπλοφορούν έξω από το μπαρ, κρίθηκε αρκετή για να οδηγήσει τους Ρούμπιν

Κάρτερ και Τζον Άρτις στο εδώλιο του κατηγορουμένου και να καταδικαστούν από το


δικαστήριο σε ισόβια κάθειρξη.

Μέσα από την φυλακή ο «Τυφώνας» ξεκίνησε τον αγώνα για την αθώωσή του.

Άρχισε να διαβάζει βιβλία και να γράφει σημειώσεις (πάνω στο χαρτί της τουαλέτας),

έχοντας ως στόχο να εκδώσει την αυτοβιογραφία του.

Το πέτυχε το 1974, όταν  κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο «The Sixteenth Round:

From Number 1 Contender to Number 45472», αντίτυπο του οποίου έφτασε, το

καλοκαίρι του ίδιου έτους, στα χέρια του μουσικού, Μπομπ Ντίλαν.





Ο νεαρός τότε, τραγουδιστής, με την έντονη ακτιβιστική  δράση, διάβασε την

ιστορία και αποφάσισε να βοηθήσει τον Κάρτερ, ώστε να πετύχει την

αναψηλάφηση της δίκης. 

Πρώτα, ζήτησε και τον συνάντησε στη φυλακή.

Μετά, έγραψε το τραγούδι «The Hurricane», το οποίο κυκλοφόρησε στις 30

Οκτωβρίου 1975 και παρουσίασε στο κοινό στις 8 Δεκέμβριου του ίδιου έτους,

σε συναυλία που πραγματοποιήθηκε στο Μάντισον Σκουέρ Γκάρντεν, στο πλαίσιο

της περιοδείας, Rolling Thunder Revue.

Σκοπός του τραγουδιού, (https://youtu.be/bpZvg_FjL3Q) ήταν (κυρίως) η ιστορία

να «τραβήξει» την προσοχή του κοινού.



Το τραγούδι έφτασε μέχρι το Νο 33 του Billboard 100 στις Η.Π.Α. και θεωρείται, ένα

από τέσσερα πιο επιτυχημένα σινγκλ του Ντίλαν στη δεκαετία του ’70.

Εκτός από το τραγούδι, ο αμερικανός μουσικός, διοργάνωσε συναυλίες στις οποίες

συμμετείχαν αρκετοί διάσημοι καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους, ο Στίβι Γουόντερ, ο Άιζακ

Χέιζ και η Ρομπέρτα Φλακ.



Τα έσοδα θα δίνονταν για την κάλυψη ενός μέρος του ποσού των δικαστικών εξόδων

που απαιτούνταν για τη δεύτερη δίκη, ενώ, το υπόλοιπο θα συμπληρωνόταν από

τον σπουδαίο πυγμάχο Μοχάμεντ Αλί, παρά το γεγονός ότι δεν συμπαθούσε

ιδιαίτερα τον Κάρτερ.

Ωστόσο, είχε δεχθεί να τον βοηθήσει στον αγώνα που έδινε για την αθώωσή του.

Το ίδιο διάστημα, ο παλιός συνεργάτης του Κάρτερ, ο Φρεντ Χόγκαν, ξεκίνησε τη

δική του «μάχη» για να πετύχει την επανάληψη της δίκης.  Και την πέτυχε, με τον

Κάρτερ να αποφυλακίζεται με εγγύηση το 1976, αφού, οι βασικοί μάρτυρες

κατηγορίας άλλαξαν την αρχική τους κατάθεση.

Μόνο που ένας εξ αυτών, την ανακάλεσε με αποτέλεσμα ο «Τυφώνας» να οδηγηθεί

ξανά στη φυλακή λίγους μήνες αργότερα.

Την ίδια περίοδο είδε το φως της δημοσιότητας κι ένα περιστατικό, το οποίο ενέπλεκε

τον πυγμάχο στον ξυλοδαρμό μιας γυναίκας.

Ο Κάρτερ, πάντως, δεν τα παράτησε.

Συνέχισε τη «μάχη» για την αθώωση και την αποφυλάκισή του, και το 1985 έκανε νέα

αίτηση (με τη βοήθεια Καναδών νομικών που έμαθαν για την υπόθεσή του από το

νεαρό Λέσρα Μάρτιν) με την αιτιολογία της «μη δίκαιης δίκης».

Αποφυλακίστηκε οριστικά μετά από 19 χρόνια φυλάκισης.

Μέχρι τις 20 Απριλίου 2014, που έφυγε σε ηλικία 76 χρόνων έχοντας προσβληθεί

από καρκίνο του προστάτη, ο Ρούμπιν Κάρτερ, αφιέρωσε τη ζωή του στην

υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.



Το 1999 δε, είδε τη ζωή του να «μεταφέρεται» στις κινηματογραφικές αίθουσες στην

ταινία «Ο Τυφώνας», στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ντένζελ Ουάσινγκτον.

Η ταινία, που έκανε πρεμιέρα το κινηματογραφικό φεστιβάλ του Τορόντο τον

Σεπτέμβριο του 1999 κι άρχισε να προβάλλεται στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους,

έδωσε στον Ουάσιγκτον το βραβείο της Χρυσής Σφαίρας για τον Α΄ανδρικό ρόλο και

μία υποψηφιότητα για τα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου

(Όσκαρ).

Σε μία από τις τελευταίες σκηνές του έργου, τα λόγια του ηθοποιού προς τον δικαστή,

αποδεικνύουν τον μεγάλο αγώνα που είχε δώσει ο Κάρτερ καθόλη της διάρκεια της

ζωής του, μέχρι να βρει τη δικαίωση που αναζητούσε.

«Η δουλειά μου -έλεγε στην σκηνή- ήταν να παίρνω όλο το μίσος και να οδηγώ

έναν άνδρα στην καταστροφή το! Και το έκανα!

»Όμως ο Ρούμπιν “Hurricane” Κάρτερ δεν είναι δολοφόνος!

»Πέρασα είκοσι χρόνια κλειδωμένος σ’ ένα κλουβί γιατί με θεωρούσαν επικίνδυνο για

την κοινωνία. Δεν με αντιμετώπισαν ως άνθρωπο. Δεν με αντιμετώπισαν ως άτομο.

»Μετρούσα 15 φορές την ημέρα. Εξέτησα μία ποινή στον οίκο της Δικαιοσύνης, αλλά,

ακόμα δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη σε μένα.  

»Σας ζητώ να λάβετε υπ’ όψιν σας τα στοιχεία. Μη “γυρίσετε” την πλάτη σας στην

αλήθεια. Μη “γυρίσετε” την πλάτη σας στη συνείδησή σας. 

»Σας παρακαλώ μην αγνοήσετε το νόμο κι αυτό που υπηρετεί: τη ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ...»

Πηγές: BBC, Billboard, Rolling Stone Magazine, The Hurricane ( film 1999)

Επιμέλεια: Έλενα Βογιατζή

*** Η εκπομπή Alter Ego μεταδίδεται κάθε Σάββατο 14:00-16:00 στο www.lavitaradio.gr



Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2020

"ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ,Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ...ΜΟΤΣΑΡΤ" του Παύλου Αγιαννίδη

 Στις 17 Δεκεμβρίου 2020 η υφήλιος γιορτάζει τα 250 από τη γέννηση του μεγάλου κλασικού συνθέτη (αν και κατά μία άλλη εκδοχή και κατά τα ημερολογιακά καπρίτσια φέρεται να γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου). Ποιο ήταν, όμως, πραγματικά αυτό το απόλυτο «Πρόσωπο της Δυτικής Μουσικής» που επηρέασε όσα τον ακολούθησαν και παραμένει σούπερσταρ; 



«Έχετε το νου σας. Μια μέρα αυτός ο τύπος θα δώσει στον κόσμο λαβές να τον συζητάει». Αυτή η φράση, που αποδίδεται στον Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, και μάλιστα στην ακμή της σύντομης μουσικής καριέρας του, ήταν ο μόνος καλός λόγος – λένε οι κακόγλωσσες της παγκόσμιας μουσικής ιστορίας – που βγήκε από το στόμα του.

 Τουλάχιστον για άλλους μουσικούς, που δεν τους το είχε. Καθόλου. Χώρια ότι, όπως έλεγε με την υπεροψία του επιτυχημένου αυλικού συνθέτη πλέον, τους βαριόταν.

 Όταν λοιπόν, στα 17 του, ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν έπαιξε μπροστά στον «μέγα Μότσαρτ», στο πρώτο του ταξίδι στη Βιέννη, το Κοντσέρτο αρ. 24 για πιάνο του αυστριακού σταρ της εποχής και εκείνος αποφάνθηκε για τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν τόσο ευνοϊκά, όλοι αποφάσισαν να τον ακούσουν. Δεν τα είχε και πρόχειρα τα καλά λόγια ο μετρ. 

Περιμένατε κάτι σε Μότσαρτ-Σαλιέρι, τη θρυλική κόντρα που μόνον στην εύφορη φαντασία του θεατρικού συγγραφέα Πίτερ Σέφερ γεννήθηκε; Όχι. Δεν έχουμε κάτι τέτοιο εδώ. Με αφορμή τα 250 χρόνια από τη γέννηση του Μπετόβεν, του μεγάλου του μουσικού Κλασικισμού αν θέλετε, που συμπληρώνονται στις 17 Δεκεμβρίου 2020 (στις 16 κατά μία άλλη εκδοχή). 

Η καριέρα του Μπετόβεν, είναι η αλήθεια, δεν συναρτήθηκε με την τιμητική φράση του Μότσαρτ. Η επιρροή του σε μια σειρά από συνθέτες, που ακολούθησαν τον – εν τέλει κωφό – γερμανό συνθέτη, οφείλεται στο δικό του έργο και τις δικές του μουσικές καινοτομίες. Αλλά θα πούμε περισσότερα παρακάτω γι’ αυτό. 

Ο Μότσαρτ, προγενέστερος του Μπετόβεν, ήταν για κείνον πρότυπο. Κυρίως ως σταρ της μουσικής, στην εποχή του. Πάντως, ο πατέρας του Μπετόβεν, Γιόχαν, ονειρευόταν ένα νέο «παιδί – θαύμα» σαν τον Μότσαρτ. Γι’ αυτό και βλέποντας τη μουσική κλίση του μικρού Λούντβιχ, τον πίεζε να μάθει άριστα το κλειδοκύμβαλο. 

Οι γείτονες θυμούνταν ότι τον ανέβαζε με το ζόρι (και με κλάματα) στον πάγκο μπροστά στο μουσικό όργανο και τον πίεζε να παίζει και να παίζει και να παίζει. Η δε συναυλία ενώπιον του Μότσαρτ, στα 17 του πλέον, ήταν το μεγάλο καμάρι του Γιόχαν βαν Μπετόβεν. 

Ο σκράπας στα μαθηματικά και χαμένος μονίμως στις σκέψεις του ή αφηρημένος Λούντβιχ έφτασε μετά από εκείνη τη συναυλία να διαβεί το κατώφλι και του τρίτου μεγάλου του Κλασικισμού, του Γιόζεφ Χάιντν. Ναι, του πατέρα της Συμφωνίας. Δίπλα στον οποίο πήρε τα πιο σημαντικά του μαθήματα. 

Όμως, η καρδιά του νεαρού Λούντβιχ έτρεχε κι αλλού. Στον αυτοσχεδιασμό. Τόσο ακραίο για την εποχή του όσο και η σημερινή ακραία αυτοσχεδιαστική τζαζ (τηρουμένων των αναλογιών, βεβαίως). Ο σύγχρονός του συνθέτης Γιόχαν Μπατίστ Κράμερ έλεγε στους μαθητές του ότι αν δεν έχεις ακούσει τον Μπετόβεν να αυτοσχεδιάζει, δεν έχεις ακούσει αυτοσχεδιασμό.


 

Χώρια ότι το πήγε παραπέρα και… οργανικά. Εξέλιξε το μουσικό τους ύφος όχι στο (μάλλον μισητό του, ύστερα από την πατρική πίεση) κλειδοκύμβαλο, αλλά στο νεότερο εξελιγμένο πιάνο. Για το οποίο ουδείς μέχρι τότε δεν είχε γράψει έργα. Κι εκεί πήρε το παιχνίδι. 

Ο τύφος που πέρασε μικρός ευθύνεται, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, για την προϊούσα κώφωση της ζωής του. Που τον οδήγησε στα 27 να ακούει έναν διαρκή βόμβο και τελικά στην πλήρη κώφωση. Εξ ου και οι μύθοι ότι κατάφερνε να ακούει ακουμπώντας σε καλούς αγωγούς του ήχου (όπως το ξύλο) και αισθανόμενος τους παλμούς. 

Όμως, ο Μπετόβεν από τα μικράτα του ήταν ασθενικός. Κολίτιδα, ρευματοειδής πυρετός και ρευματισμοί, δερματίτιδες, επιπεφυκίτιδες, χρόνια ηπατίτιδα έως κίρρωση του ήπατος, ήταν μερικές μόνον από τις παθήσεις που τον ταλάνισαν στην ζωή του. 

Από μικρός είχε ψευδαισθήσεις μεγαλείου (πίστευε ότι στις φλέβες του κυλούσε βασιλικό αίμα). Από νεαρός την «έπεφτε» σε κυρίες «ανωτέρων τάξεων», κατά τους «New York Times», που ήταν μάλλον ακατάλληλες για ταίρια του. Και ως ενήλικας έδινε μάλλον λάθος ή άχρηστες μάχες. Όπως η δικαστική κατά της χήρας του αδελφού του, για να πάρει την επιμέλεια του ανιψιού του, καθώς του είχε γίνει έμμονη ιδέα ότι η μητέρα δεν ήταν «αρκούντως ηθική». 

Το πρώτο μεγάλο του χιτ στο πιάνο ήταν, το 1801, η λεγόμενη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Και, ναι, την ενέπνευσε ο έρωτάς του. Το επιβεβαίωσε αρκετά αργότερα, αφιερώνοντάς την στη μαθήτριά του, Τζουλιέτα Τζιουκάρντι. 

Αν και ο ίδιος αντιπαθούσε τα μαθήματα και επέλεγε μόνον μεγάλα ταλέντα για να διδάξει. Κι ας μην τα άφησε ποτέ, καθώς αυτά τον κάλυπταν για τα προς το ζην. Όπως και οι αναθέσεις έργων από πλούσιους Βιεννέζους. 

Το τέλος του ήταν δραματικό, υποβλητικό και θορυβώδες. Σαν κάποιες πολύ γνωστές συμφωνίες του. Κατέληξε στη διάρκεια μιας σφοδρής καταιγίδας, στα 56 του, εξαιτίας κάποιας από τις ακόλουθες παθήσεις ή από συνδυασμό τους, σύμφωνα με τις νεότερες έρευνες: κίρρωση του ήπατος, σύφιλη, οξεία φλεγμονή του αναπνευστικού ή τοξίκωση (από βαρέα μέταλλα, κυρίως μόλυβδο). 

Πάνω από το μνήμα του, με μία και μόνον λέξη («BEETHOVEN») στάθηκε όλος ο κόσμος της τέχνης και της διανόησης της εποχής του. Και όλοι κάτι πήραν από τη δημιουργικότατη πορεία του πάνω στη Γη. Από τις καινοτομίες και την λοξή, σχεδόν ονειροπόλα, ματιά του πάνω στη μουσική. Όπως η δομή των έργων του, από μικρά μουσικά μοτίβα, που έχτιζαν θαυμαστά τον συνθετικό ογκόλιθο, π.χ., μιας συμφωνίας. 

Την ώρα που όλη η υφήλιος – ακόμη και εν μέσω καραντίνας και δίχως κοινό – γιορτάζει την επέτειο των 250 ετών από τη γέννηση του Μπετόβεν, με συναυλίες και εκδηλώσεις κυρίως διαδικτυακές πλέον, το περίφημο Κάρνεγκι Χολ στο Μανχάταν τον γιορτάζει ως «το αδιαμφισβήτητο πρόσωπο της δυτικής κλασικής μουσικής». 

Και ο μουσικός κόσμος θυμάται τι του οφείλει: τα μικρά δομικά μοτίβα του, από τα οποία εμπνεύσθηκε τα «leitmotiv» του, για τις επικές όπερές του, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ. Ή που βρήκαν το δρόμο για να δομήσουν τη δική τους μουσική γλώσσα, συνθέτες όπως ο Γιοχάνες Μπραμς και ο Γκούσταβ Μάλερ. Τουλάχιστον στις συμφωνίες τους.

 Ακόμη και ο Τζάκομο Πουτσίνι δεν έκρυβε ότι πάνω στα μοτίβα του Μπετόβεν έχτισε την δική του πολυδομική θεματική τεχνική στις όπερές του, όπως η περίφημη «Τόσκα». Ακόμη και ο νεότερος μετρ του μιούζικαλ, Στίβεν Σόντχαϊμ. Και αυτά αν δεν καταλογίσουμε στις επιρροές του Μπετόβεν και την σπίθα που κατέληξε στην… πυρκαγιά του Ρομαντισμού. 

Χώρια ότι σε κείνον οφειλόταν η λεγόμενη «Κατάρα της Ενάτης» (συμφωνίας), καθώς αντίστοιχα ισάριθμες συμφωνίες μας άφησαν ο Μάλερ, ο Ντβόρζακ, ο Σούμπερτ, ο Μπρούκνερ. 

Όλα αυτά και πολλά άλλα τον έκαναν ήρωα και θρύλο. Με επιδραστικότητα και πυγμή. Σαν αυτή που φέρεται να σήκωσε, όταν, λίγο προτού ξεψυχήσει άκουσε μια βροντή από την καταιγίδα που μαινόταν έξω. Ο θρύλος τον θέλει να σήκωσε τη γροθιά του σε ένδειξη δύναμης και νίκης απέναντι ακόμη και στα στοιχειά της Φύσης, με τη Μουσική. Η αλήθεια φαίνεται πως είναι πεζή: ήταν ένας τελευταίος σπασμός από τις ασθένειες που τον οδήγησαν στο θάνατό του. 

ΠΑΥΛΟΣ ΑΓΙΑΝΝΙΔΗΣ

Καθημερινά 3-5 μ.μ.  στο www.lavitaradio.gr

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

"Αυτά τα Χριστούγεννα, θα μου λείπεις ΕΣΥ!" της Δήμητρας Ζήκου

 

   Τις ημέρες των εορτών είμαστε όλοι προδιαγεγραμμένα χαρούμενοι. Στολίζουμε το σπίτι, ανταλλάσσουμε δώρα, διοργανώνουμε τραπέζια με συγγενείς και φίλους, φοράμε τα καλά μας και ακούμε χαρούμενη μουσική. Και οι πιο δύσπιστοι, ακόμα,  υποκύπτουν στη μαγεία και το θαύμα του Χριστουγεννιάτικου κλίματος.


Όλοι; ΌΧΙ!


    Κάθε χρόνο τις ημέρες των εορτών, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, παραδοσιακά θυμόμαστε αυτούς που τους λείπουν τα βασικά για την επιβίωση τους. Τα αυτονόητα.  Θυμόμαστε τους μη έχοντες, τους άστεγους, τα ορφανά, τους πρόσφυγες και τους τροφίμους γηροκομείων και ιδρυμάτων. Κι αυτό από μόνο του είναι σπουδαίο!

Για δυο- τρεις μέρες το χρόνο η πλειοψηφία ημών, αποφασίζει να δει πέρα από το μικρόκοσμο της και αφιερώνεται πλήρως ή μερικώς στο να κάνει αυτές τις μέρες μοναδικές και για άλλους. Τις μαγικές μέρες των Χριστουγέννων γινόμαστε πιο γενναιόδωροι σε χρήματα και συναισθήματα. Και θα ήταν ακόμα πιο σπουδαίο αν δε θεωρούσαμε μαγικά μόνο τα Χριστούγεννα, αλλά την ίδια τη ζωή.  Ίσως τότε να ήμασταν γενναιόδωροι και ευγενικοί και χαμογελαστοί και τις υπόλοιπες 362 μέρες.





    Όσο μεγαλώνω, τις ημέρες των εορτών ο νους μου τρέχει και σε όλους αυτούς που δεν τους λείπουν τα βασικά, αλλά τους λείπει ΚΑΤΙ παράφορα πολύ. Σε έναν άνθρωπο που χώρισε και θα κάνει για πρώτη φορά Χριστούγεννα μακριά από τον έρωτα του. Σε ένα παιδί που θα κάνει πρώτη φορά Χριστούγεννα χωρίς το μπαμπά ή τη μαμά του. Σε κάποιον που έχασε τη δουλειά του και θα κάνει πρώτη φορά Χριστούγεννα χωρίς λεφτά ή χωρίς διάθεση. Σε κάποιον που ο φίλος του έφυγε μακριά ή και για πάντα. Σε κάποιον που αυτά τα Χριστούγεννα θα είναι μόνος του.

 Όλοι αυτοί ζουν ανάμεσα μας. Κινούνται  δίπλα μας με τις ματαιώσεις, την απογοήτευση και τη θλίψη τους. Στέκονται δίπλα μας στις ουρές των μαγαζιών και ένα κομμάτι τους λείπει από τη θέση του. Μας κοιτούν με τα υγρά τους μάτια. Ίσως και να μας χαμογελούν.  Ίσως να είμαστε και εμείς ένας από αυτούς. Και να βαδίζουμε με το κενό κομμάτι μας  από το πρωί μέχρι το βράδυ.

 

     Φέτος, οι γιορτές θα είναι διαφορετικές. Δεν θα ξενυχτήσουμε όλοι παρέα. Δεν θα οργιάσουμε καταναλωτικά. Δεν θα κάνουμε βόλτες σε στολισμένες πόλεις. Δεν θα βγούμε σε μπαρ και εστιατόρια. Δεν θα ταξιδέψουμε.  Φέτος,  οι γιορτές θα είναι διαφορετικές, γιατί δεν θα είναι ξέγνοιαστες και κάτι θα λείπει σε όλους μας. Κάτι θα λείπει και σε μένα.


 

Εμένα, αυτά τα Χριστούγεννα, θα μου λείπεις ΕΣΥ!

 

Εσύ, εαυτέ μου, που δεν φοβάσαι και δεν  πνίγεσαι. Εσύ, που παίρνεις ανάσα χωρίς μάσκα. Εσύ, που δεν κλαις βουβά.  Εσύ, που μπορείς να δουλέψεις, χωρίς νόμους να σε συνθλίβουν. Εσύ, που δε ζεις με αριθμούς νεκρών, κρεβατιών ΜΕΘ και κρουσμάτων. Εσύ, που δεν τρομοκρατείσαι από ΜΑΤ. Εσύ, που δεν περιμένεις τα μέτρα να σου πουν τα όρια σου. Εσύ, που δεν εγκλωβίζεσαι σε 4 τοίχους. Εσύ, που χαμογελάς αβίαστα και γενναιόδωρα. Εσύ που ζεις ξέγνοιαστα και ταξιδεύεις. Εσύ, που βλέπεις την ομορφιά και την ελπίδα του κόσμου. Εσύ, που δε σταματάς να σκέφτεσαι τους άλλους- όλες τις μέρες του χρόνου. Εσύ, που δεν αντέχεις την αδικία. Εσύ που βυθίζεσαι σε αγκαλιές χωρίς δεύτερες σκέψεις. Εσύ, που περπατάς στη βροχή χωρίς προορισμό. Εσύ που χορεύεις. Εσύ που παραδίνεσαι όταν και όπου θέλεις. Εσύ που αναπνέεις ελεύθερα. Εσύ, που απαντάς! Εσύ που αποφασίζεις. Εσύ που επιλέγεις. Εσύ που παλεύεις.

 ΕΣΥ, που πιστεύεις στη μαγεία της ζωής. ΕΣΥ ΠΟΥ ΖΕΙΣ. ΕΣΥ μου λείπεις…

Δήμητρα Ζήκου

Δευτ.-Παρ. 08.00-10.00, ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ  Τρίτη 19.00-21.00 & κάθε Σάββατο 22.00-00.00 στο www.lavitaradio.gr


"ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ, ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΙΔΑ ΕΓΩ" του Θοδωρή Ακάλεστου

 Μετά τον Νικόλα Άσιμο αποφάσισα να γράψω στις

«ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» για έναν άλλο άνθρωπο που γνώρισα

από κοντά και μάλιστα μίλησα μαζί του σε κάποιον άλλο

ριαδιοφωνικό σταθμό πριν πολλά χρόνια λίγο καιρό πριν φύγει

από το μάταιο τούτο κόσμο.

Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον πρίγκηπα της Ελληνικής

μουσικής σκηνής και του Ελληνικού ροκ.



Ήταν τότε που το χεράκι του, το αριστερό χεράκι του, δεν

υπάκουγε και αυτό τον είχε χτυπήσει στο μυαλό. Ήταν τότε που

είχε παραδοθεί, αλλά ένας κοινός φίλος που δυστυχώς έφυγε και

αυτός λίγο καιρό μετά τον έπεισε να μιλήσουμε θυμίζοντάς του,

ότι είχαμε γνωριστεί και μου είχε υποσχεθεί ότι κάποια στιγμή

θα μου μιλούσε έτσι φιλικά, δίνοντας συνέντευξη, αλλά

όχι…συνέντευξη, έτσι μία φιλική κουβέντα. Δέχτηκε, αλλά

ήταν φανερό ότι το πλήγμα που είχε υποστεί από την απώλεια

της μητέρας του και τον είχε οδηγήσει πάλι βαθιά μέσα στο

πάθος του, ήταν κάτα παραπάνω από οδυνηρό.

Έχουν γραφτεί χιλιάδες αφιερώματα, χιλιάδες ή εκκατομύρια

λέξεις για τον Παύλο, τον αιώνιο έφηβο με το αγγελικό

πρόσωπο. Εγώ δεν θα κάνω ένα ακόμα. Επειδή τον γνώρισα θα

γράψω έτσι μερικές σκέψεις μου, νομίζω ότι είναι πιο

ενδιαφέρουσες.



«Το ανατολίτικο ροκ, είναι το ζεϊμπέκικο» είχε πει και έτσι

ήταν, αφού το είχε εξηγήσει γιατί το έλεγε αυτό. Μπορείτε

άλλωστε να βρείτε συνέντευξη που αναφέρεται σε αυτό.

Ο Παύλος αγάπησε πολύ, λάτρευε θα έλεγα τον Τσιτσάνη, τον

Βαμβακάρη, δηλαδή όλους τους αυθεντικούς. Γιατί ήταν και

αυτός αυθεντικός. Ήταν άνθρωπος ευαίσθητος, έξυπνος,

δημιουργικός. Τον είπαν πριγκιπα. Ήταν όμως ένας πρίγκιππας

που δεν ήθελε ηπηκόους, δούλους, βαστάζους αλλά ούτε

σφουγγοκολάριους και ταμπέλες.

Καταγόταν από μία αστική οικογένεια, ενώ ο πατέρας του ήταν

από μεγαλοαστική οικογένεια ήταν καπνέμπορος και ο παπούς

του είχε εργοστάσιο. Το χρήμα δεν αναφερόταν ως αξία στο

σπίτι του ποτέ. Η γνώση σαν αξία ήταν τεράστια. Ο πατέρας του

είχε χόμπι να λύνει ασκήσεις μαθηματικών. Του άρεσαν δύο

πράγματα. Να γράφει κείμενα και στίχους, αλλά και η μουσική.

Στην αρχή έγραφε κρυφά και μόνο στη μαμά του έδινε κάποια

πράγματα για να τα διαβάσει. Έγραφε με το ψευδόνυμο Παύλος

Αστέρης.



Από μικρός άκουγε ροκ. Ο Παύλος δεν έκανε προσπάθεια να

γίνει σταρ, ήταν άνθρωπος του λόγου, έγραφε πολύ καλά. Ήταν

υπαρξιακή η σχέση του με τη μουσική και αυτό τον έσωσε για

ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, όχι όμως μέχρι τέλους.

Ήταν Μάϊος 1979 όταν βγήκε «Ο Μπάμπης ο Φλου» που

έμελλε να γίνει σταθμός στην ιστορία της μουσικής. Έχουν

ειπωθεί πολλές ιστορίες για το ποιος ήταν ο Μπάμπης ο Φλου.

Θα σας πω λοιπόν εγώ κάτι σήμερα που δεν το έχω πει ξανά και

το ξέρουν μόνο οι πολλοί κοντινοί άνθρωποι του.

Κανείς δεν ξέρει ποιος ήταν ο μπαμπης ο φλου και ας λένε ότι

θέλουν. Ήταν μέσα στο μυαλό του Παύλου. Μπορεί να ήταν

αληθινός μπορεί και όχι. Μπορεί να ήταν ένας φίλος του, μπορεί

και όχι. Μπορεί να ήταν ένας περιθωριακός της εποχής, ίσως

και όχι. Κανείς δεν ξέρει, αλήθεια ότι και να λένε. Ο Παύλος το

πήρε μαζί του και ας επικαλούνται μαρτυρίες του ίδιου και να

λένε ότι θέλουν. Τον είχα ρωτήσει τότε που τον είχα δει.

Προσπάθησε με το δεξί χέρι να τακτοποιήσει το αριστερό

βγάζοντας πόνο και ίσως μελαγχολία και δεν απάντησε ποτέ.

«Άστο αυτό. Κάποια άλλη στιγμή, δεν το έχω πει σε κανένα,

μην ακούς τι λένε» είπε και αλλάξαμε κουβέντα. Μπορεί να

ήταν αλήθεια, μπορεί να ήθελε να με αποφύγει σ’αυτό το θέμα

και να το είπε γι’ αυτό το λόγο.

Ηταν προσωπικότητα που άφησε ίχνη πίσω του ο Παύλος, έχει

επηρεάσει και τη στιχουργική και τη μουσική. Ηταν ο πρώτος

που χαρακτήρισε τον ελληνικό στίχο, άλλαξε τον συλλαβισμό

του, και ήταν αυτοδίδακτος σε όλα. Μπορούσε να κάνει αυτό

που έβλεπε γύρω του έργο να το τραγουδάει χωρίς να μπαίνει σε

κλισέ, ήταν μία επανάσταση μόνος του γιατί το έψαχνε. Λίγοι

τον καταλάβαιναν. Κάποιοι που τον μιμήθηκαν τον είχαν στην

απέξω γιατί ήταν ανατρεπτικος επειδή ήταν αληθινός και τα είχε

ανακατέψει όλα.

«Ο Δάμων και ο Φιντίας» ήταν το πρώτο ντουέτο που έφτιαξε.

Κάποια στιγμή πήγε στο περίφημο τότε «Κύταρο» και τους

άκουσε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τους ενέκρινε αμέσως, μετά

πήγε στα μπουρμπούλια, μετά στη ζωή του ήρθε το άλλο γκρουπ

«Η Σπυριδούλα».

Ηταν ένας αιώνια απορημένος έφηβος. Απορούσε για τα πάντα

ειδικά για τα κακώς κείμενα, τον οδηγούσε το μαθηματικό

μυαλό του, αλλά είχε ταυτόχρονα συναισθηματικό μυαλό. Αυτά

που έγραφε τα έγραφε εύκολα. Απενοχωποίησε την

επαναχρησιμοποίηση των νοημάτων που είχαν ήδη γεράσει.

Αυτό λίγοι το καταλαβαίνουν. Χρειάζεται σκέψη και αυτή ήταν

που βασάνιζε τον Παύλο. Αυτό το μυστήριο αλλά γεμάτο από

δημιουργία μυαλό του.



Και κάποια στιγμή ήρθαν στη ζωή του «Οι Απροσάρμοστοι»

Το όνομα του γκρουπ το έβγαλε η μητέρα του. Όταν έψαχναν

πως θα ονομαστούν του είπε οι μητέρα του: «Απροσάρμοστα να

το βγάλεις»

Τι εννοείς την ρώτησε εκείνος. «Καλέ δεν τα βλέπεις τα παιδιά,

απροσάρμοστα είναι και έτσι βαφτίστηκε το γκρουπ.

Όταν εχασε τη μάνα του είχε πάθει ισχυρό σοκ, από τον δεσμό

που είχαν. Αυτό τελικά δεν το άντεξε και τον οδήγησε πάλι

στους δαίμονες του και την πρέζα που στο τέλος τον

κατέστρεψε.

Ο Παύλος και τα γκρουπ που έφτιαξε ήταν ξένα στην πιάτσα.

Δεν υπήρχε κάπου να σταθούν ήταν μόνοι τους, όπως ήταν

άλλωστε πάντα ο ίδιος. Το σύστημα δεν τον αποδέχτηκε ποτέ.

Στο περιβόητο κλαμπ Ρόδον δεν τον φώναξαν ποτέ να παίξει.

Υπήρχε το θεμα με τα ναρκωτικά, έλεγαν, λες και οι άλλοι που

έπαιζαν δεν έπαιρναν. Οι άλλοι ήταν άγιοι και αυτός

ο…διάβολος. Όταν πέθανε το Ρόδο φώναξε τους

Απροσάρμοστους να παίξουν, μετά βαϊων και κλάδων. Βλέπετε

τότε το όνομά του πουλούσε ήταν πρόσφατος ο χαμός του.

Ήθελε να γίνει ηθοποιός όταν ξεκινούσε. Έκανε πολλά

πράγματα. δούλεψε με τον Μαρκόπουλο, τότε που το ροκ επί

χούντας είχε σταματήσει στην Ελλάδα ή νόμιζαν ότι το είχαν

σταματήσει οι συνταγματάρχεις. Είχε προσπαθήσει να δουλέψει

στο εργοστάσιο φωτογραφικού χαρτιού του πατέρα του, αλλά

έφυγε τρέχοντας. Η καλλιτεχνική φύση του τον καλούσε σε

άλλα μονοπάτια. Τότε τον σύστησαν στον Γιάννη Μαρκόπουλο.

Ο μεγάλος αυτός συνθέτης του είπε: «Πες γρήγορα

αχαλαμπούχουλου μπουχουλου μπουχουλου μπα». Αυτός το

είπε και ο Μαρκόπουλος τον ενέκρινε.. Αυτή η συνεργασία του

πρόσφερε, πολλά. Μέχρι και συναυλία έκανε στο Ηρώδειο και

τραγούδησε δίπλα του.



Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν ειλικρινής, ανθρώπινος και δεν

κοιτούσε το δικό του συμφέρον .

Είχε μεγάλη αμεσότητα με τον κόσμο στις συναυλίες σαν και

κάθε συναυλία ήταν ξεχωριστή, ήταν κάτι καινούργιο κάθε

φορά. Ποτέ δεν έλεγες, όταν τον άκουγες σε συναυλία: «Α αυτό

το είπε έτσι και στις προηγούμενες συναυλίες τους. Αυτό που

είναι σπάνιο να το βρεις στους περισσότεροους ανθρώπους είναι

ότι νοιαζόταν για όλους, είναι πως αισθανόταν για τους

αδύναμους, γι’αυτούς που πεινούσαν που δεν είχαν  να

κοιμηθούν. τους άστεγους. Ήταν από τους πρώτους ή μάλλον ο

πρώτος που στηλίτευσε τον ρατσισμό με το τραγούδι του «Ο

Άλι».

Ήταν αντίθετος σε μορφής διάκριση, αντίθετος με αυτούς που

χτυπούσαν τους ομιφυλόφιλους με κάθε μορφή βίας, αντίθετος

με τους ρατσιστές των άλλων φυλλών και ανθρώπων. Άλλωστε

είχε πει: «Θα έλεγα και αν δεν είμαστε Έλληνες, αλλά σαν

Έλληνες έχουμε ανατολική κουλτούρα με τα προϊόντα και τα

υποπροϊόντα τα πολιτιστικά».

Πολλοί ανακάλυψαν τον Παύλο όταν έφυγε. Ήταν αυθεντικός

και αυτό του έδινε ελευθερία, δεν είχε δεσμεύσεις. Δεν

προσπάθησε ποτέ να γίνει είδωλο και γι’αυτό δεν δεσμεύτηκε

με την εικόνα του και τις φιλοδοξίες του. Το μόνο που τον

απασχολούσε ήταν η τέχνη του. Ο Παύλος κέρδισε τον κόσμο

με την καθαρότητά του, ακόμα και αυτούς που δεν τον έζησαν

αλλά κατάλαβαν τι ήταν. Αυτό δεν το επιδίωξε ο ίδιος, ήταν

κάτι που έγινε από μόνο του, αφού έβγαζε μία ευαισθησία πολύ

ιδιαίτερη και αυτό το κατάλαβαν όλοι. Ίσως ήταν και αυτό που

τον οδήγησε στο τέλος της ζωής του.

«Τι να σου πω, τι να σου πω αφού σου τάπαν άλλοι».

Οι στίχοι του και τα κείμενά του ήταν και είναι διαχρονικά. Οι

στίχοι του ενόχλησαν πολύ το σύστημα και παραμένουν πάντα

επίκαιροι. Αυτό το είδαμε ότι όταν ζούσε ενοχλούσε, ενώ όταν

πέθανε ασχολούνταν όλοι μαζί του.

Έχει γράψει σε στίχο που είναι ανέκδοτος: «Ανοιχτή πληγή

στάξε της λίγο δάκρυ και αυτή αδειάζει το αίμα, των πεθαμένων

βάρυνε η φωνή και πως να τη σηκώσεις».

Κυκλοφόρησε ένα βιβλίο μάλλον από την αδελφή του με τίτλο

«Εχω μια θλίψη από τα μακρινά αριστουργήματα» με ποιήματα

από τις εκδόσεις Opportuna

Ηταν πνευματικος ανθρωπος. Οι γυναικες είχαν 50% κομμάτι

στη ζωη του. Δεν ήταν εμμονικός αλλά όταν έμπλεκε με

γυναίκα ήταν εκεί.  Δεν έκανε στραβοτιμονιές και συχνά

έκλαιγε για τους δεσμούς του. 

Αλήθεια πόσοι και πόσοι νέοι δεν ειναι φανατικοί με τον Παύλο

και σήμερα. Αυτό είναι ειναι απίστευτο. Θα τολμήσω να πω ότι

στο χώρο της μουσικής όποιος παιζει μουσική είναι εξ αιτιας

του Παύλου όλοι σχεδόν έχουν επηρεαστεί. Ήταν ευγενής,

ευγενική προσωπικοτητα. Σημειωτέον δεν ήταν γυναικάς, τις

σχέσεις του τις τιμούσε. Όμως η πρώτη και τελευαία σκέψη του

ήταν η μουσική, κατασκεύασε κάτι πολύ ισχυρό και με πολύ

γερές βάσεις ίσως και γι'αυτό το σύστημα προσπάθησε να τον

κρατήσει χαμαλά, αλλά στο τέλος της ημέρας δεν τα κατάφερε.

Ηταν τύπος sui generis σε όλους τους τρόπους της έκφρασής

του.

Ο Παύλος βοηθούσε πολύ κόσμο έκανε αγαθοεργίες και άφησε

μία δική του σχολή. Όλοι όσοι ξεκινούσαν τη μουσική πάντα

μέσα στα τραγούδια τους είχαν ένα τραγούδι του.

Ήταν πολύ όμορφος ερμήνευε με πάθος έγινε μύθος και πολλοί

που μιλούν γι'αυτόν δεν το ξέρουν καθόλου. Δεν έχω ακούσει

κακή κουβέντα για τον παύλο. Οι σχίχοι του μιλούν στην ψυχή

του καθενός μας. 

Οταν έφυγε ξεδιπλώθηκε όλη η αλήθεια γι’ αυτόν. Δεν έγραψε

κάτι γιατί του το ζήτησαν, Λίγο πριν φύγει το χέρι του είχε

μείνει παράλυτο και το έσωσαν οι γιατροι με μεγάλη

προσπάθεια. Ποτέ δεν πίστεψε ότι θα χάσει το χέρι του, αλλά

έφτασε κοντά να το πάθει. Του έκαναν θεραπείες και το χέρι δεν

ανταποκρινόταν και εκεί καταλαβε ότι θα μείνει παράλυτο.

Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα γι’αυτόν.

Μετά το θάνατο της μαμάς του έπεσε με τα μούτρα στα

ναρκωτικά και αυτό μάλλον οδήγησε στην παράλυση του

αριστερού χεριού του. Ήταν μια σφυριά στο κεφάλι και έτσι

μετά από 7 μήνες έφυγε μία Πέμπτη στις 6 Δεκέμβρη του 1990.

Στην ουσία τον είχε στείλει η αδιαφορία των άλλων γιατί τον

έκριναν για την ιδιαιτερότητα του, τον έκριναν βάση του

πάθους του.



Με ρωτούν τι κράτησες από τον Παύλο. Είχε μία φυσική άμυνα

μία λογική μία αλήθεια που αξίζει άσχετα με το τίμημα που είχε.

Λένε ότι αν φρόντιζε τον εαυτό του θα ειχε ζήσει.Ήταν ένας

ρομαντικός σε ένα δύσκολο κόσμο. Στην κηδεία του ήταν

απίστευτα πολύς κόσμος και το σημαντικό ήταν ότι όλοι ήταν

συντετριμένοι .

Να κρατήσουμε τη γνησιότητα του, το ταλέντο του, το ροκ και

κυρίως το δώσιμο του στον άνθρωπο. 

Ο Δημήτρης Πουλικάκος που ήταν καλός φίλος του είχε πει:

«Έδωσε απλόχερα την ίδια του τη ζωή, για τη ζωή».

Ο Παύλος γούσταρε να κλείνει τα προγραμματά του με το: «Εν

καταλκείδι».

Πολλοί τον γνώρισαν, λίγοι όμως περπάτησαν μαζί του στις

σημαντικές διαδρομές της ζωής του. 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΚΑΛΕΣΤΟΣ…

Σάββατο 4-6 μ.μ.    και  Τρίτη  9-11 μ.μ.  στο www.lavitaradio.gr

"6 [ΚΕΝΟ] ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ - Σκέψεις και Εικόνες από μια Πόλη σε Καραντίνα." - Εικόνα 2: Ο Παππούς , του Βασίλη Καψάλη

 Το έστειλα το μήνυμα; Το έστειλα... Ουφ... Οκ.. Κάθε φορά το θυμάμαι τελευταία στιγμή, ου γαρ έρχεται μόνον που λένε. 

Και κάθε φορά λέω να πάρω άλλη ρότα για τη βραδινή μου βολτίτσα. Αλλά και πάλι κάθε φορά, στα ίδια στενά τελικά με οδηγούν τα βήματα μου.

Να είναι Ασφάλεια; Εξοικείωση; Συνήθεια; Δε-βαριέσαι-πού-να-ψάχνω-τώρα-άλλη-διαδρομή; Τελικά μάλλον θαλπωρή θα το έλεγα. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, αυτή η διαδρομή μου παρέχει μια θαλπωρή - σα να την έχω κάνει δικιά μου ένα πράμα.

Στρίβω αριστερά με το που βγαίνω. Πάλι εκεί στραβά παρκαρισμένο το παμπάλαιο Toyota και μέσα κλασικά ο παππούς. Τώρα τελευταία τον παρατήρησα... μπορεί να είναι καιρό τώρα αυτή η ιστορία, αλλά με την καραντίνα και την αδειαμάρα των δρόμων προσέχεις πράγματα και λεπτομέρειες που προσπερνούσες βιαστικά μέχρι πρότινος.



Όποτε περνάω λοιπόν τις τελευταίες βδομάδες, ο παππούς είναι εκεί, μέσα στο αυτοκίνητο. Με σβηστή μηχανή, χωρίς φώτα, χωρίς μουσική. Απλά κάθεται εκεί μέσα, τίποτα άλλο.

Απόψε ο παππούς έχει παρέα τουλάχιστον, δύο παλικάρια έστησαν ένα αυτοσχέδιο σκαμνάκι με δύο μπύρες και μια σακούλα παραδίπλα. Τις περισσότερες φορές που τον έχω πετύχει είναι μόνος του. Τις προάλλες μάλιστα κοιμόταν κανονικότατα στη θέση του οδηγού, με πλεγμένα τα δάχτυλα των δύο χεριών του και το πηγούνι του να ακουμπά στο στήθος καθώς το κεφάλι λύγιζε μπροστά...

Ποια να είναι άραγε η ιστορία του; Είναι άστεγος και δεν έχει πού να πάει; Προτιμάει την απομόνωση του αυτοκινήτου από τίποτα δυσάρεστες καταστάσεις στο σπίτι; Αποφεύγει τη γυναίκα του; Τα παιδιά του; Μήπως διανυκτερεύει κιόλας μέσα στο παλιό Toyota; Μα τω θεώ έχω πει να περάσω αργά τη νύχτα να δω αν θα είναι ακόμα εκεί... Αλλά με πρόλαβε η απαγόρευση της κυκλοφορίας βλέπεις. Έχω σκεφτεί και να του πιάσω την κουβέντα, να ικανοποιήσω επιτέλους τη λαίμαργη περιέργεια μου... Αλλά παρά-είμαι διακριτικός για κάτι τέτοια.

Τελικά μάλλον δεν θα τον ρωτήσω ποτέ. Κάποιες ιστορίες είναι πιο ενδιαφέρουσες όταν τις ξετυλίγεις στο μυαλό σου, παρά όταν αποκαλύπτονται, έτσι δεν είναι; Ξενερώνεις πολλές φορές με την αλήθεια και λες μέσα σου: "τελικά καλύτερα να μην το'χα ψάξει.."

Για να δούμε κι αύριο, θα είναι ξανά εδώ ο παππούς; Ελπίζω να είναι... Και να έχει και παρέα

Βασίλης Καψάλης

Κυριακές   9-10 π.μ.  και Τετάρτες   9-11 μ.μ.   στο www.lavitaradio.gr

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

"Σκόρπιες Σκέψεις για τους Έλληνες Συνθέτες…" του Γιώργου Πάχου

 Πολλές φορές αναρωτιέμαι και προσπαθώ να κάνω μια άτυπη ιεραρχία στους Έλληνες κορυφαίους συνθέτες. Να τους κατατάξω δηλαδή σε μια σειρά, να φτιάξω ένα τοπ 5 το οποίο όμως αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι εφικτό να σχηματιστεί. Ας τα βάλουμε σε μια σειρά. 



Όταν σκέφτομαι τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες, το μυαλό μου πάει στον Μάνο Χατζιδάκι και στον Μίκη Θεοδωράκη. Κατά γενική ομολογία η άποψή μου γίνεται αποδεκτή από τον κάθε συνομιλητή που έχω απέναντί μου όταν διατυπώνω την παρούσα σκέψη. Ο καθένας για τον δικό του ιδιαίτερο λόγο και προσωπικότητα, έχει ίσως – ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΟΝΙΖΩ- ταυτιστεί με την κορυφή των Ελλήνων συνθετών. Όλοι γνωρίζουν συνθέσεις τους ακόμα κι αν δεν έχουν συνδέσει το πρόσωπο με τη μελωδία. 

Ας πούμε ότι η αρχή έγινε. Ότι βρέθηκαν δύο κορυφαίοι στην προσπάθειά μου. 

Για το νούμερο τρία και κάτω; Τι έχουμε; Εδώ αρχίζει ο πονοκέφαλος. 

Έρχεται στη σκέψη μου ο Θάνος Μικρούτσικος, ο άνθρωπος ο οποίος εξοικείωσε το ευρύ κοινό με τη δυσνόητη ναυτική ποίηση του Καββαδία, που έφτιαξε έναν από τους πιο πετυχημένους – μάλλον και τον πιο πετυχημένο δίσκο της ελληνικής δισκογραφίας, που έγραψε διαχρονικά ροκ και ζεϊμπέκικα και δημιούργησε ερμηνευτές καθώς και «ονόματα» για την ελληνική σκηνή. 

Ξαφνικά, ψελλίζω «σ’ ακολουθώ στην τσέπη σου γλιστράω…» και αμέσως έρχεται ο Μάνος Λοΐζος στο παιχνίδι που τραγούδια του από τη μακρινή δεκαετία 1960-1970  ηχούν μέχρι και σήμερα στα αυτιά μας. «Δελφίνι δελφινάκι πάμε πιο γρήγορα» γιατί «η μέρα εκείνη δεν θα αργήσει», «σίδερα μασάει ο Κουτουλιανός», χορεύοντας το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» μαζί με όλη την Ελλάδα και πάει λέγοντας…

Δεν περνάει η ώρα και ο συνομιλητής «παίζει βρώμικα» και μου αναφέρει τον Δήμο Μούτση. «Μια φυσαρμόνικα που κλαίει»! Δεν έχει και σημασία το γιατί! «Μην το Ψάχνεις δε Πειράζει» και «Δεν λες κουβέντα» για αυτό. Ενώ πριν προλάβω να σκεφτώ και να επεξεργαστώ τα δεδομένα  έρχεται να μου προσθέσει αυτόματα κι άλλο πονοκέφαλο! «Άνθρωποι μονάχοι» στέκονται «κάτω από την μαρκίζα» για να προστατευτούν απ’ τη βροχή, ενώ κάπου πιο πέρα «με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά» κάθεται ο «ιδανικός και ανάξιος εραστής» που σκέφτεται ότι «μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσε» και τώρα τον «πνίγει τούτη η σιωπή». Ο λόγος βεβαίως για τον Γιάννη Σπανό

Μερικά λεπτά σιγής για επεξεργασία όμως- χάρη στο ραδιόφωνο- ακούω: «είμαι φτωχός κουρασμένος σκυφτός ανθρωπάκος». Ε μου ξέφυγε είναι τόσοι πολλοί. «Σήμερα άσε με να σ’ αγαπάω σήμερα» μιας που «εμείς για αλλού κινήσαμε, για αλλού, κι αλλού η ζωή μας πάει». Ναι, είναι ο Γιώργος Χατζηνάσιος. Τελειώσαμε δηλαδή; Προφανώς και όχι… Τον Κουγιουμτζη τον ξέχασες. Τον ξέχασα και είμαι απαράδεκτος όπως επίσης και τον Μαρκόπουλο. Από το «έχω έναν καφενέ» στα «μαλαματένια λόγια»….

Και συνεχίζουμε με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, τον Σπανουδάκη, τον Καζαντζή, τον Λάγιο, από πιο νέους τον Κραουνάκη… και πολλοί- πολλοί.  

Είναι τόσοι πολλοί και δεν μπορούν να καταταχθούν, εξίσου σπουδαίοι

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΧΟΣ

Μεσάνυχτα Πέμπτης στο www.lavitaradio.gr

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

"6 [ΚΕΝΟ] ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ - Σκέψεις και Εικόνες από μια Πόλη σε Καραντίνα." - Εικόνα 1: Χριστούγεννα , του Βασίλη Καψάλη

 Εδώ και λίγες βδομάδες άρχισαν να στολίζουν για τα Χριστούγεννα οι γείτονες. Κι όταν λέω γείτονες, δεν εννοώ μόνο στην ακτίνα 50 -άντε 100- μέτρων απ'το σπίτι μου, αλλά και όσους βρίσκονται πάνω στην πορεία της βραδινής μου βόλτας. Γείτονες τους θεωρώ κι αυτούς, κι ας μην ξέρω ούτε τ'όνομα τους.

Ευτυχώς οι περισσότεροι έχουν καλό γούστο. Έχουν παραιτηθεί τα τελευταία χρόνια από τα πολύχρωμα μπλε-κόκκινα-πράσινα πανηγυριώτικα λαμπάκια που συνηθίζαμε όλοι μας να χρησιμοποιούμε τις προηγούμενες δεκαετίες. Επικρατούν σχεδόν παντού τα κίτρινα λαμπιόνια, ή όπως αλλιώς τα λένε: "θερμό λευκό"  Οκ, ας πάμε με αυτό... Λαμπιόνια σε θερμό λευκό χρώμα λοιπόν. Στα μπαλκόνια, στα κουφώματα, στις πόρτες...



Αλλού βλέπεις το κλασικό λευκό, το "ψυχρό" όπως συνηθίζουν να το αναφέρουν οι εμπορικοί κατάλογοι και οι ετικέτες στα ράφια. Πανέμορφο κι αυτό, αλλά νομίζω ότι η θαλπωρή του θερμού λευκού μου ταιριάζει πιο πολύ.

Στόλισα κι εγώ που λέτε αγαπημένοι μου αναγνώστες. Ούτως ή άλλως αγαπώ πολύ τα Χριστούγεννα και πάντα τέτοια εποχή στολίζω, τελευταίες μέρες του Νοέμβρη δηλαδή. Οι γείτονες όμως; Συνήθως τους προλάβαινα τις προηγούμενες χρονιές, φέτος όμως του'δωσαν και κατάλαβε. Τα πρώτα φωτάκια στα μπαλκόνια ξεπρόβαλαν δειλά δειλά σχεδόν απ'τις αρχές του μήνα.

Κάποιοι θα πουν "υπερβολές", "πολύ νωρίς" κι άλλα τέτοια. Εγώ θα διαφωνήσω με όσους το πουν. Ο κόσμος προσπαθεί να ομορφύνει το σκοτάδι του, την κλεισούρα και τη μιζέρια της καραντίνας με όποιο τρόπο μπορεί. Αν αυτός ο τρόπος είναι να φέρει τις γιορτές μια ώρα αρχύτερα, τότε κι εγώ μαζί του!

Σάμπως το κάνει για να τον δουν οι άλλοι; Ποιοι άλλοι; Αυτοί που δεν περνούν απ'το σπίτι του μπροστά; Για τον εαυτό του στολίζει... Και καλά κάνει! Σαν τη γυναίκα που φτιασιδώνεται και βάφεται και μένει μες στο σπίτι. Το κάνει για να νιώσει καλύτερα η ίδια, όχι για να επιδειχθεί. Έτσι κι γείτονες... Και μπράβο τους!

Κάντε κι εσείς το ίδιο. Όχι ντε και καλά με λαμπιόνια και στολίδια. Εμένα αυτά μου ανεβάζουν τη διάθεση, εσάς μπορεί όχι, οκ, δεκτό... Αλλά με ό,τι σας φτιάχνει το κέφι, ό,τι σας κάνει να νοιώσετε ομορφότερα... ό,τι φωτίζει το σκοτάδι σας.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ

Κυριακή 9-10 π.μ. και Τετάρτη 9-11 μ.μ.  στο www.lavitaradio.gr

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

ΤΗΛΕ-ΖΩΗ ή ΘΑΝΑΤΟΣ της Δήμητρας Ζήκου

 

Κορωνοϊός. 2ο lockdown, τηλε-ζωή, μη-ζωή. Τι ζούμε, φίλε μου?

Το 2ο κύμα της πανδημίας του κορωνοϊού δοκιμάζει καθημερινά τις αντοχές όλων μας. Το ήδη πληγωμένο Εθνικό Σύστημα Υγείας σφυροκοπείται καθημερινά. Άνθρωποι αρρωσταίνουν και μένουν μόνοι. Άνθρωποι πεθαίνουν μόνοι. Οι υπόλοιποι απλά δε ζούν. Μόνοι και αυτοί απλώς τηλε-ζούν!

Το δίλημμα- ή το ψευτοδίλημμα είναι ένα ΤΗΛΕ-ΖΩΗ ή ΘΑΝΑΤΟΣ?

Σκεφτείτε να είχατε διακοπή ρεύματος, βλάβη ίντερνετ ή καθόλου data μία ολόκληρη μέρα. Συνεχίστε να το σκέφτεστε για 1 λεπτό. Σας πιάνει πανικός;

Και τώρα χαλαρώστε. Ήταν απλά ένας εφιάλτης. Μπορείτε να συνεχίσετε να ΤΗΛΕ-ΖΕΙΤΕ…

Κατά τη διάρκεια ενός lockdown, είμαστε οι περισσότεροι από εμάς αναγκασμένοι να περνάμε την περισσότερη ώρα της ημέρας μέσα σ’ένα σπίτι. Το ίντερνετ έρχεται να δώσει λύσεις σε όλες τις βασικές μας ανάγκες. Στην ουσία υποκαθιστά τη ζωή που θα είχαμε, αν δεν ήμαστε κλεισμένοι.

Τηλεργαζόμαστε. Τηλεκπαιδευόμαστε.. Τηλεκαταναλώνουμε. Τηλεφλερτάρουμε. Τηλεπαθιαζόμαστε. Τηλεπικοινωνούμε.

 


ΑΝΑΓΚΗ Νο1.

ΕΡΓΑΣΙΑ. Η συνειδητή και συστημική ενασχόληση του ατόμου μ’ ένα αντικείμενο ή τομέα δραστηριότητας , που απαιτεί την κατανάλωση σωματικών και πνευματικών δυνάμεων με σκοπό την παραγωγή έργου και την ικανοποίηση των βασικών του αναγκών.

Αναγκαίοτητα. Υπαρξιακή ανάγκη. Βασική επιταγή της ανθρώπινης φύσης- η δημιουργικότητα.

ΤΗΛΕΡΓΑΣΙΑ. Στις ΗΠΑ τον Απρίλιο του 2020 το 34% των ανθρώπων έκανε τηλεργασία. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους περίπου το 25% έκανε κάποιου είδους τηλεργασία, ενώ το Μάϊο το ποσοστό αυτό ανερχόταν σε 35%.

Στην Ευρώπη τα στοιχεία  δείχνουν πως για τους εργαζόμενους γραφείου ακόμη και τον Αύγουστο του 2020 μόνο το 50% πέρναγε κάθε μέρα εργασίας στο γραφείο. Αντίθετα ένα ποσοστό 25% εργαζόταν πλήρως από το σπίτι και οι υπόλοιποι και στο σπίτι και στο γραφείο.

 

ΑΝΑΓΚΗ Νο2.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ.  Η εκπαίδευση με την ευρεία έννοια περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που έχουν σκοπό την επίδραση με συγκεκριμένο τρόπο στη σκέψη, στο χαρακτήρα και στη σωματική αγωγή του ατόμου. Με τη διαδικασία της εκπαίδευσης αποκτώνται συγκεκριμένες γνώσεις, δεξιότητες, ικανότητες και αξίες (ηθική, ειλικρίνεια, ακεραιότητα χαρακτήρα, αίσθηση του δικαίου, αφοσίωση, επαγγελματισμός, υπευθυνότητα, κτλ). Η εκπαίδευση γίνεται με βάση συγκεκριμένες μεθόδους (θεωρητική διδασκαλία, επίδειξη, ανάθεση εργασιών, πρακτική εξάσκηση, κτλ), σε ένα ειδικά σχεδιασμένο πρόγραμμα, με συγκεκριμένους μαθησιακούς στόχους και είναι οριοθετημένη χρονικά.

ΤΗΛΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, στο πάνω από 85%  των χωρών παγκόσμια που ακολούθησαν την πολιτική κλεισίματος των σχολείων, μεταξύ των 1,6 δις μαθητών τους εμφανίστηκαν «βαθιά ψηφιακά χάσματα». Με βάση τα στοιχεία έρευνας στα πλαίσια του PISA, σε 82 χώρες η πρόσβαση των μαθητών σε κάποιου διαδικτυακού τύπου εκπαίδευση, την περίοδο του lockdown κυμάνθηκε από 35-70%, ενώ σε χώρες με μεσαίο ή χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης το ποσοστό αυτό ήταν κάτω από 50%.

 

ΑΝΑΓΚΗ Νο3

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ. Από τον  Πλάτωνα, ακόμα, ο άνθρωπος αναγνωρίζεται ως φύσει κοινωνικό ον, δηλαδή είναι στη φύση του να ζει και να δραστηριοποιείται ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους.

Τι επιπτώσεις έχει άραγε στην ψυχολογία των ανθρώπων ο εγκλεισμός; Η απαγόρευση διαπροσωπικών σχέσεων; Η μη ικανοποίηση της βασικής αυτής ανάγκης που είναι να βρίσκεται με φίλους και συγγενείς, να φλερτάρει, να ερωτεύεται, να ψυχαγωγείται ή να διασκεδάζει;

ΤΗΛΕΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ. Το ίντερνετ έρχεται και εδώ να δώσει λύση ή να υποκαταστήσει κάτι αναντικατάστατο, που είναι η ανθρώπινη επαφή, η αγκαλιά, το φιλί και η συνεύρεση.

Skype, Zoom, Messenger, Facebook ενώνουν οικογένειες, ζευγάρια, φίλους και αγνώστους. Εκμηδενίζουν αποστάσεις σε μήκος και ανοίγουν άλλες σε βάθος….

Κάθε μέρα περίπου 1,62 δισεκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούν το Facebook, ενώ οι καθημερινοί χρήστες μαζί με τις συγγενικές πλατφόρμες που ανήκουν στο Facebook (Messenger, Intagram, WhatsApp) έχουν φθάσει τα 2,2 δισεκατομμύρια. Δισεκατομμύρια άνθρωποι, λοιπόν, κάθε ημέρα προσπαθούν να καλύψουν ό,τι μπορούν μέσω των social-media. Πίσω από ένα πληκτρολόγιο και την ασφάλεια που τους δίνει αυτό, με μειωμένες αναστολές φλερτάρουν, χυδαιολογούν, παρενοχλούν, ερωτεύονται και φαντασιώνονται τόσο εθιστικά, που απομακρύνονται από τη φυσική διαδικασία της δια ζώσης επαφής. Αρχίζουν να νιώθουν άβολα όταν βρίσκονται από κοντά. Σχεδόν δεν ξέρουν τί να πούν. Ή μήπως όχι;

 

ΑΝΑΓΚΗ Νο 4

Κατά τον Αριστοτέλη ο άνθρωπος είναι ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΝ.

Το ίντερνετ και εδώ δίνει ( ή και παίρνει)  μια άλλη δύναμη.

Τη στιγμή που τα παραδοσιακά ΜΜΕ έχουν εγκλωβιστεί σ ’ένα περιορισμένο- σε αριθμό και θεματολογία- εύρος ειδήσεων και πληροφοριών, το ίντερνετ έρχεται και αναδύει ειδήσεις και πληροφορίες που σε άλλη περίπτωση θα ήταν άγνωστες. Πολλές φορές είναι  αυτές οι ειδήσεις του διαδικτύου που διαμορφώνουν τις εξελίξεις.

Από την άλλη πλευρά, η ανωνυμία που προσφέρει το διαδίκτυο, κάνει τα άτομα πιο αντιδραστικά και πιο επιθετικά δίνοντας τους πολλές φορές την ψευδαίσθηση της υπεροχής ή/και της παντοδυναμίας. Το ίντερνετ προσφέρει μια εκτόνωση σε πάρα πολλούς, που απλά ξεσπούν με αναρτήσεις και σχόλια βολεμένοι και εξοργισμένοι στο μαλακό καναπέ τους. Οι λεγόμενοι επαναστάτες του καναπέ, καταλήγουν να μην έχουν καμία συμμετοχή στα κοινά.

 

Τί θα γινόταν αν σε αυτή τη φάση της ζωής μας δεν είχαμε το ίντερνετ; Πώς θα επιβιώναμε; Θα είχαμε εκτροχιαστεί σαν τρένα; Θα είχαμε ξεσηκωθεί σαν επαναστάτες; Μήπως το ίντερνετ μας δίνει μια ψευδαίσθηση κανονικότητας, που τόσο χρειαζόμαστε; Μήπως είναι το μόνο που δίνει νόημα στη μη-ζωη μας; Ή δίνει ουσιαστικές διεξόδους στα σκοτάδια που καλούμαστε να φωτίσουμε πάση θυσία;

Τις απαντήσεις θα τις δώσετε εσείς.. Εγώ απλώς προβληματίζομαι…



Δήμητρα Ζήκου- Αθήνα 6-12-2020, Δευτ.-Παρ. 08.00-10.00, ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ Κάθε Τρίτη 19.00-21.00 & κάθε Σάββατο 22.00-00.00